Αναζήτηση:  
 
 
 
   
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και ο Ερνέστο Λακλάου…
Όπως το θέτει ο ίδιος ο Λακλάου, σχέσεις ισοδυναμίας αναπτύσσονται σε εκείνες τις περιπτώσεις που μια πληθώρα αιτημάτων που απευθύνονται σε μια δημόσια αρχή βιώνουν την απόρριψη
 
του Γιώργου Κατσαμπέκη

Το τελευταίο διάστημα αναπτύσσεται στο επίπεδο της σχολιογραφίας και των άρθρων γνώμης μία ιδιαίτερα έντονη συζήτηση περί της εξίσωσης του ΣΥΡΙΖΑ με την Χρυσή Αυγή. Η συζήτηση αυτή εντάσσεται προφανώς στη λεγόμενη «θεωρία των άκρων», τα οποία υποτίθεται πως ομοιάζουν και άρα γειτνιάζουν.[1] Για εκείνα τα άρθρα που κινούνται στο επίπεδο της ρηχής πολεμικής ή ακόμα και της στεγνής χυδαιογραφίας (είδος δημοσιογραφίας που δυστυχώς ευδοκιμεί πλέον και σε άλλοτε θεωρούμενα «σοβαρά» μέσα) δε νομίζω πως αξίζει να χυθεί περισσότερο μελάνι από αυτό που έχει ήδη χυθεί. Θα άξιζε ωστόσο να επιμείνουμε κάπως σε εκείνα τα άρθρα ή τις γνώμες που διεκδικούν επιστημονικό επίχρισμα για τις θέσεις και τα επιχειρήματα που διατυπώνουν. Σε εκείνα μένει ακόμα να δοθεί μία απάντηση που δε θα αρκείται στην απλή (και μάλλον αναποτελεσματική) καταδίκη μιας «αφελούς» ή «ανεύθυνης» θέσης, που δε θα περιορίζεται σε δίκη προθέσεων ή κινήτρων, αλλά θα προχωρά στην κριτική ανάγνωση και αποδόμησή τους.

Τσίπρας = Ρόμνεϊ = Μιχαλολιάκος;


Έχω κυρίως κατά νου μία σειρά άρθρων που δημοσιεύτηκαν το τελευταίο διάστημα σε εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, με πρωτοστατούσα την Καθημερινή. Πιο συγκεκριμένα θα με απασχολήσει εδώ το άρθρο του Νίκου Χρυσολωρά, με τίτλο «Αλέξης Τσίπρας, όπως Μιτ Ρόμνεϊ» (Καθημερινή, 22.09.2012),[2] όπως και ο έντονος και ιδιαίτερα ενδιαφέρων διάλογος που το ακολούθησε στο φόρουμ της Modern Greek Studies Association of North America (MGSA-L). Σε αυτό το φόρουμ συμμετέχουν ακαδημαϊκοί απ’ όλο τον κόσμο που τους ενώνει η κοινή ενασχόληση με τις νεοελληνικές σπουδές.[3] Στο άρθρο του Χρυσολωρά στην Καθημερινή ο Αλέξης Τσίπρας πρώτα εξομοιώνεται με τον υπερσυντηρητικό υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων για τις προσεχείς προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ,  Μιτ Ρόμνεϊ, ενώ στη συνέχεια, μέσα από ένα άλμα στην –διανθισμένη από ειρωνικά και μειωτικά σχόλια– επιχειρηματολογία περνάμε στην στάση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο ζήτημα της βίας· μια στάση που υποτίθεται πως ομοιάζει χαρακτηριστικά με εκείνην της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Τι κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πολλά από τα στελέχη του να τα βαραίνουν καταδίκες ή εκκρεμείς διώξεις για ρατσιστικές επιθέσεις, βιαιοπραγίες, κλοπές ή ακόμα και απόπειρες ανθρωποκτονίας· τι κι αν κανένα από τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ –στο βαθμό που γνωρίζω τουλάχιστον– δεν εμφανίζεται να συμμετέχει σε βιαιοπραγίες όπως αυτές στις οποίες προσφάτως προΐσταντο οι δικαίως στερηθέντες της βουλευτικής τους ασυλίας βουλευτές της ΧΑ· τι κι αν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δεν αρέσκονται ιδιαίτερα στο να μοιράζουν σφαλιάρες σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση. Ψιλά γράμματα ή αδιάφορες λεπτομέρειες...

Το άρθρο κλείνει ακριβώς με τη ρητή και συνοπτική εξίσωση του ΣΥΡΙΖΑ με τον ναζισμό της ΧΑ μέσω της αντιπαραβολής δύο υποτιθέμενα ταυτόσημων δελτίων τύπου. Τα υποτίθεται «ταυτόσημα» δελτία τύπου έχουν βεβαίως υποστεί τις απαραίτητες περικοπές από τον αρθρογράφο που τα παραθέτει, ώστε να ομοιάζουν κατά το δυνατό περισσότερο. Ας σημειώσουμε επίσης ότι στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ έχουμε να κάνουμε με δήλωση του βουλευτή της Β’ Αθήνας Δημήτρη Στρατούλη, ενώ στην περίπτωση της ΧΑ με ανακοίνωση του γραφείου τύπου του κόμματος. Δύο πράγματα διαφορετικά, εξ ορισμού ανόμοια.[4] Επιπλέον, η αναφορά στο «εθνικό» συμφέρον έχει απαλειφθεί από την ανακοίνωση της ΧΑ στο άρθρο του Χρυσολωρά (όπου διαβάζουμε μόνο για «λαϊκό» συμφέρον). Έτσι βολικά «απο-εθνικοποιείται» ο «λαός» στον οποίο απευθύνεται και τον οποίο κατασκευάζει το συγκεκριμένο κόμμα. Η απουσία του συγκεκριμένου επιθετικού προσδιορισμού από το παράθεμα προσφέρει φυσικά χείρα βοηθείας στην επιχειρούμενη εξίσωση. Γιατί αλήθεια τι είναι η ΧΑ χωρίς τον προσδιορισμό «εθνικός»; Αντιστοίχως, από την δήλωση του Δημήτρη Στρατούλη λείπει ολόκληρη η πρόταση που αναφέρεται στους «δρόμους των αγώνων του λαού», αφαιρώντας έτσι από το κείμενο το λαϊκό-κινηματικό στοιχείο που διατρέχει στις περισσότερες περιπτώσεις τον λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Αποσιωπάται με αυτό τον τρόπο το στοιχείο της από τα κάτω χειραφετητικής δράσης και της κινηματικής πρωτοβουλίας, το οποίο είναι καθοριστικό στο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Τέτοιες συγκρίσεις και εξισώσεις με διαμορφωμένα κατά βούληση στοιχεία είναι μάλλον «ολισθηρές», αν όχι επικίνδυνες. Αλλά ας προχωρήσουμε στην ουσία του ζητήματος που εγείρεται.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη σύντομη πολεμική του Χρυσολωρά στην Καθημερινή παρουσιάζει η επιχειρηματολογία με την οποία επιχειρεί να ανταπαντήσει σε ορισμένες επικρίσεις που δέχεται στο φόρουμ της MGSA. Εκεί ο Χρυσολωράς θα επικαλεστεί την περί λαϊκισμού θεωρία του Αργεντίνου πολιτικού επιστήμονα, Ερνέστο Λακλάου –ίσως του κορυφαίου μελετητή του φαινομένου– για να στοιχειοθετήσει τη θέση του ότι ΣΥΡΙΖΑ και ΧΑ συνιστούν όψεις του ίδιου νομίσματος, εστιάζοντας στον λαϊκιστικό πυρήνα του λόγου τους. Η συνέντευξη του Ε. Λακλάου, την οποία επικαλείται ο Χρυσολωράς μάλιστα, είχε πρωτοδημοσιευτεί στον θεματικό φάκελο «Λαϊκισμός & Δημοκρατία», τον οποίο είχαμε επιμεληθεί από κοινού με τους Γ. Σταυρακάκη και Γρ. Ανανιάδη πριν δύο περίπου χρόνια για τα Σύγχρονα Θέματα, (τχ. 110, 2010, σ. 57-83).[5]

Ισοδυναμίες

Αυτό που μας λέει στην παρέμβασή του λοιπόν ο Χρυσολωράς είναι ότι ο λόγος του ΣΥΡΙΖΑ και εκείνος της Χρυσής Αυγής παρουσιάζουν σημαντικές δομικές αναλογίες αφού και οι δύο διχοτομούν το κοινωνικό πεδίο κατασκευάζοντας δύο διακριτά αντιτιθέμενα στρατόπεδα: τον λαό και τους εχθρούς του. Η ιδεοτυπικά λαϊκιστική αυτή κατασκευή, σύμφωνα πάντα με τον Χρυσολωρά, χαρακτηρίζεται από αυτό που ο Λακλάου ονομάζει στο έργο του «λογική της ισοδυναμίας» (logic of equivalence).[6] Η λογική αυτή αναφέρεται στη σύνδεση διαφόρων υποκειμενικών ταυτοτήτων (ατομικών και συλλογικών), αιτημάτων και θέσεων στη βάση ενός κοινού σκοπού ή μιας κοινής εναντίωσης. Ισοδυναμία δε σημαίνει ούτε ταύτιση, ούτε ομοιομορφία, ούτε βεβαίως ομοιογένεια, αλλά μορφές κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, μορφές συμπόρευσης και στρατηγικής σύμπλευσης, και βεβαίως κοινού αγώνα. Όπως το θέτει ο ίδιος ο Λακλάου, σχέσεις ισοδυναμίας αναπτύσσονται σε εκείνες τις περιπτώσεις που μια πληθώρα αιτημάτων που απευθύνονται σε μια δημόσια αρχή βιώνουν την απόρριψη, τελικά τη ματαίωση και μέσω αυτής της διαδικασίας έρχονται σε ριζική ρήξη με το κοινό «απέναντι», αντί να αναλώνονται σε τοπικές ή/και μερικές διενέξεις. Τη μερική ματαίωση λοιπόν των αιτημάτων την διαδέχονται μορφές αλληλεγγύης και η αίσθηση ότι αυτά τα αιτήματα τα συνδέει κάτι κοινό: η απόρριψη τους από το μπλοκ εξουσίας. Είναι η στιγμή, για παράδειγμα, που ο εργαζόμενος στην υγεία που υφίσταται εξοντωτικές μισθολογικές περικοπές και δεν διαθέτει τα αντιβιοτικά που χρειάζονται οι ασθενείς συνειδητοποιεί πως του φταίει ο ίδιος παράγοντας, η ίδια αρχή που φταίει και στον κακοπληρωμένο εργολαβικό εργαζόμενο του Α.Π.Θ., αλλά και στις οικογένειες των απομακρυσμένων χωριών της περιφέρειας που κάνουν αγώνα για να μεταφέρουν τα παιδιά τους στα πιο κοντινά σχολεία. Δε τους φταίει ούτε ο διευθυντής του νοσοκομείου, ούτε ο πρύτανης του Α.Π.Θ., ούτε η εκάστοτε τοπική αρχή, αλλά η ιδιαίτερη λογική και ο συγκεκριμένος φορέας που υπαγορεύει μια σειρά πολιτικών που επηρεάζουν τελικά –αν όχι απειλούν– την ίδια τους την ταυτότητα ως υποκειμένων (ως ιατρών/νοσηλευτών, ως εργαζομένων, ως γονιών και μαθητών, ως πολιτών, κ.ο.κ.). Οι σχέσεις αυτές ισοδυναμίας λοιπόν, «η κοινωνική  κατάσταση στην οποία διάφορα αιτήματα τείνουν να ανασυντίθενται στην αρνητική βάση του ότι όλα τους παραμένουν ανικανοποίητα, είναι η πρώτη προϋπόθεση –αλλά επ’ ουδενί και η μοναδική– του τρόπου εκείνου πολιτικής συνάρθρωσης που ονομάζουμε λαϊκισμό».[7] Μένει κάθε φορά βεβαίως να εμφανιστεί εκείνος ο πολιτικός λόγος, ο οποίος θα καταφέρει επιτυχώς να συναρθρώσει και να εκφράσει αυτές τις ισοδυναμίες δίνοντας τους σαφές πολιτικό πρόσημο.

Εδώ όμως έχουμε τελικά να κάνουμε με κάτι που χαρακτηρίζει κάθε διαδικασία δημιουργίας ηγεμονικής πολιτικής ταυτότητας. Εξ ου και η θέση ότι ο λαϊκισμός είναι τελικά συνώνυμος της πολιτικής, την οποία διατυπώνει ρητά ο Λακλάου στα πιο πρόσφατα κείμενά του.[8] Είναι λοιπόν απολύτως αναμενόμενο ότι σε κάποιο επίπεδο αφαίρεσης θα παρατηρούσε κανείς ομοιότητες στο επίπεδο της δομής των λόγων των δύο σχηματισμών, ΣΥΡΙΖΑ και ΧΑ. Η δομική αυτή ομολογία, ωστόσο, δεν μας λέει και πολλά, αν δεν είναι μάλιστα αποπροσανατολιστική. Γιατί; Μα γιατί δεν περιορίζεται στους δύο αυτούς λόγους. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι πολιτικοί λόγοι στη δημοκρατική νεωτερικότητα αναπτύσσονται, όπως γνωρίζουμε, λιγότερο ή περισσότερο στον άξονα της ισοδυναμίας[9] –που συνυπάρχει βέβαια σε διαφορετικές αναλογίες με τη «λογική της διαφοράς» (logic of difference). Υπ’ αυτή την έννοια, όπως τονίζει άλλωστε και ο ίδιος ο Ε. Λακλάου, όλοι οι πολιτικοί λόγοι είναι σε κάποιο βαθμό λαϊκιστικοί· άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο.[10] Το να περιορίζουμε λοιπόν το ζήτημα στην όποια ομολογία μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσής Αυγής είναι όχι απλώς προβληματικό αλλά και αυθαίρετο. Δεν αντιφάσκει απλώς με την θεώρηση του Λακλάου στην οποία υποτίθεται ότι βασίζεται, αλλά συγκρούεται και με την πιο στοιχειώδη πολιτική εμπειρία μας, καθώς όλοι σχεδόν οι πολιτικοί λόγοι στη μεταπολίτευση πέρασαν τη λαϊκιστική τους στιγμή. Δεν αναφερόμαστε εδώ βεβαίως μόνο στο αρχετυπικά λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, στο οποίο έχουν αφιερωθεί χιλιάδες σελίδες μελετών και άρθρων. Ας θυμηθούμε τον δεξιό νεολαϊκισμό του Γιώργου Καρατζαφέρη και του ΛΑ.Ο.Σ., το «μεταμοντέρνο λαϊκισμό» του ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου,[11] τόσο κατά την εσωκομματική αναμέτρησή του με τον Ευ. Βενιζέλο, όσο και κατά την προεκλογική περίοδο του 2009, τον νεοσυντηρητικό (εθνο)λαϊκισμό του Αντώνη Σαμαρά ήδη από την ανάδειξή του στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, ή ακόμα και τον «λαϊκισμό του μεσαίου χώρου» του αντιπολιτευόμενου Κώστα Καραμανλή.

Ποιος λαός;

Ωστόσο, πέρα από τη λογική της ισοδυναμίας, το ότι αναφερόμαστε σε λαϊκιστικούς λόγους σημαίνει πάνω απ’ όλα πως κομβικό σημείο αναφοράς τους είναι το υποκείμενο «λαός»· είτε αυτό αναφέρεται ρητά ως τέτοιο, είτε μέσω των διαφόρων μετωνυμιών του («μη προνομιούχοι», «οι από κάτω», κ.λπ.). Η αναφορά αυτή στον «λαό», παρόλο που αποτελεί την πιο σταθερή αναφορά στον πολιτικό λόγο της δημοκρατικής νεωτερικότητας, δε παραπέμπει σε καμία περίπτωση στο ίδιο πράγμα κάθε φορά. Το σημαίνον «λαός», για να το θέσουμε κάπως πιο απλουστευτικά, αποκτά εντελώς διαφορετικά σημαινόμενα στα συμφραζόμενα ενός μαρξιστικού κομμουνιστικού λόγου από ότι σε εκείνα ενός νεοσυντηρητικού· πόσο μάλλον σε εκείνα ενός νεοναζιστικού λόγου όπως εκείνος του γερμανικού NPD ή της ημεδαπής Χρυσής Αυγής. Το πόσο προβληματικό και αποπροσανατολιστικό είναι ένα επιχείρημα που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις δομικές αναλογίες ή ομολογίες δύο ή περισσότερων λόγων αποκαλύπτεται ακόμα περισσότερο αν περάσουμε από τη δομική μορφολογία των λόγων στην ανάλυση του συγκεκριμένου «λαού» που επικαλείται ο κάθε λόγος ξεχωριστά. Αν περάσουμε δηλαδή από την μορφή/δομή στα ιδιαίτερα περιεχόμενα.

Γνωρίζουμε άλλωστε από αρκετές έρευνες ότι ο «λαός» του ακροδεξιού λαϊκισμού δεν έχει καμία σχέση με τον «λαό» της αριστεράς ή τον κατακερματισμένο λαό/πολίτες της νέας σοσιαλδημοκρατίας, καθώς η χρήση του στην πρώτη περίπτωση είναι σε μεγάλο βαθμό προσχηματική και περιφερειακή: νομιμοποιεί ιεραρχικές και αυταρχικές απόψεις που δεν αποσκοπούν στην χειραφέτηση του λαού αλλά στην υπεράσπιση ενός λαού/θύματος από μια ηρωική ελίτ που θα αντικαταστήσει την υπάρχουσα διεφθαρμένη ελίτ.[12] Σήμερα λοιπόν, (ορθώς) αμφισβητείται όλο και περισσότερο η καταλληλότητα της έννοιας «λαϊκισμός» για να περιγραφεί αυτός ο εθνικιστικός ακροδεξιός λόγος, αφού η επιμονή στο λαϊκιστικό στοιχείο πιθανότατα αποσιωπά ή και συγκαλύπτει άλλα πιο σημαντικά ιδεολογικά στοιχεία του λόγου αυτού (όπως ο εθνικισμός, η ξενοφοβία, η ομοφοβία, ο σεξισμός, κ.λπ.).

Ο λόγος της ακροδεξιάς κατασκευάζει έναν λαό/θύμα, ένα παθητικό υποκείμενο το οποίο υφίσταται την κακομεταχείριση και τις αδικίες από μια διεφθαρμένη κι απόμακρη ελίτ και το οποίο μπορεί να αναζητήσει τη σωτηρία του προσφέυγοντας σε μια νέα, εναλλακτική ελίτ υπό έναν «φωτισμένο» αρχηγό/Fürer. Η «ενεργητική» στιγμή του «λαού» αυτού συνίσταται αποκλειστικά στη στιγμή της στράτευσής του σε ένα αυστηρά ιεραρχικό και στρατιωτικοποιημένο σύστημα· από εκεί και πέρα τίθεται σε ένα ελεγχόμενο πλαίσιο όπου τα περιθώρια αυτονομίας ή αυτενέργειας περιορίζονται σημαντικά, αν δεν αποκλείονται. Η ακροδεξιά προβάλλοντας ως προστάτης ενός εθνοτικά/φυλετικά προσδιοριζόμενου λαού, ως μια δύναμη που έρχεται να τον σώσει «από τα πάνω», πρεσβεύει έτσι και έναν ιδιότυπο «ελιτισμό». Εξ ου και τα τάγματα εφόδου της ΧΑ τα οποία υποτίθεται έρχονται να προστατεύσουν τους πολίτες από τους «μιασματικούς» μετανάστες ή τους αριστερούς «μπάχαλους» που ρέπουν προς την εγκληματικότητα και την αγριότητα· εξ ου οι τράπεζες αίματος στα νοσοκομεία «μόνο για Έλληνες» ή η διανομή τροφίμων που γίνεται κατόπιν πιστοποίησης της «ελληνικότητας» των ωφελουμένων (πιθανότατα και της σωματικής αρτιότητας ή και της ετεροφυλοφιλίας). Κατ’ αυτό τον τρόπο ο ιδιότυπος «λαϊκισμός» της ΧΑ δεν είναι μόνον ελιτιστικός αλλά και πολλαπλά αποκλειστικός (exclusivist), όπως θα σημείωναν και οι Caiani και Della Porta,[13] αφού απευθύνεται σε έναν παθητικό λαό που περιμένει να «σωθεί», ενώ ταυτόχρονα περιορίζει ασφυκτικά αυτό τον λαό στους εθνοτικά και φυλετικά «καθαρούς», στους σωματικά άρτιους, στους ετεροφυλόφιλους, τους μη-αριστερούς, εσχάτως τους ελληνορθόδοξους, κ.ο.κ.

Η αριστερά γενικά, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ ειδικότερα, κατασκευάζει και εγκαλεί έναν εντελώς διαφορετικό «λαό». Στον λόγο του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά προβάλλει ιδιαίτερα η προοπτική της συλλογικής χειραφέτησης και της κινηματικής δράσης από «τα κάτω»· η επιθυμία του πολιτικού φορέα να συμπορευτεί στο «πλάι», να ενισχύσει, να εμπνευστεί από και να εμπνεύσει τον «λαό», και όχι να τον καθοδηγήσει από «τα πάνω» ως ανώτερη ιεραρχικά αρχή που «γνωρίζει καλύτερα». Είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι με μια τέτοια ανάγνωση, αυτό είναι το γενικό σχήμα εντός του οποίου κατασκευάζεται και εγκαλείται ο «λαός» του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ο «λαός» που δε δίνει ψήφο ανάθεσης αλλά ψήφο «ενεργητικής συμμετοχής», «αντίστασης», «συμπόρευσης» και «κοινού αγώνα».[14] Σε αντίθεση με τον λαό της ακροδεξιάς και της ΧΑ, αυτός εδώ ο «λαός» συνιστά ένα ενεργητικό υποκείμενο· ένα υποκείμενο το οποίο καλείται να αυτο-χειραφετηθεί, να αναλάβει την ευθύνη της συλλογικής αντίστασης, την πρωτοβουλίας της δράσης και της ενεργού παρέμβασης με προοπτική τη ριζική αλλαγή. Όπως ξεκαθαρίζει σε πρόσφατη συνέντευξη του ο Αλέξης Τσίπρας στο περιοδικό Unfollow: «Πρέπει να αλλάξουν όμως πολλά και στην αντίληψη που έχει ο κόσμος για το πώς θα βγούμε από την κρίση. Διότι εγώ βλέπω ότι υπάρχει μια βεβαιότητα στο  κόσμο ότι ερχόμαστε εμείς κι ένα κύμα το οποίο διευρύνεται – αλλά σε μια λογική ανάθεσης. [...] Σου αναθέτω την εργολαβία να μας σώσεις. Εγώ θα κάθομαι στον καναπέ. Εσύ να μας σώσεις. Αυτή είναι η λογική της ανάθεσης. Αυτό είναι τελείως λάθος κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για μας. Ν’ αλλάξουμε αυτήν τη νοοτροπία του κόσμου».[15] Δεν είναι καθόλου τυχαίο, μάλιστα, ότι το περιοδικό αναδεικνύει την συνέντευξη στο εξώφυλλό του –το οποίο καταλαμβάνει μια φωτογραφία του Τσίπρα– με τον εξής τίτλο: «ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΣΩΣΕΙ ΑΥΤΟΣ. Εσύ τι θα κάνεις;». Στον αντίποδα αυτής της χειραφετητικής πολιτικής λογικής, στο επόμενο τεύχος, η φωτογραφία του Μιχαλολιάκου που εμφανίζεται στο εξώφυλλο συνοδεύεται από έναν πολύ διαφορετικό τίτλο, ενδεικτικό μιας παθητικής σύλληψης του λαού: «ΑΥΤΟΣ ΘΑ ΣΕ ΣΩΣΕΙ. Μην κάνεις τίποτα».[16]

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν ο χαρακτηρισμός «λαϊκιστικός» από μόνος του δεν αρκεί. Και όχι μόνο δεν αρκεί, αλλά πιθανότατα εμπεριέχει το ρίσκο της αποπροσανατολιστικής ασάφειας. Γι αυτό το λόγο, οφείλουμε νομίζω να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και αρκετά σαφείς ως προς το είδος του λαϊκισμού στον οποίο αναφερόμαστε και ενδεχομένως σχολιάζουμε κάθε φορά: είναι ένας δεξιός λαϊκισμός; ένας ξενοφοβικός λαϊκισμός; μια μορφή εθνικολαϊκισμού ίσως; ή μήπως μιλάμε για έναν δημοκρατικό ή αριστερό λαϊκισμό; Θα πρέπει να τονιστεί και εδώ –για άλλη μια φορά– πως ο λαϊκισμός μπορεί να εμφανιστεί «με διάφορα και ετερόκλητα περιεχόμενα, ανάλογα πάντα με τα οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά συγκείμενα της ανάδυσής του […]. Υπάρχουν έτσι, στην διεθνή εμπειρία, λαϊκισμοί αντι-θεσμικοί (αρχηγικοί, αυταρχικοί) και θεσμικοί (που παράγουν νέους θεσμούς δημοκρατικής συμμετοχής και εκπροσώπησης και λειτουργούν ως δίαυλοι διεκδίκησης δικαιωμάτων από αποκλεισμένους τομείς της κοινωνίας πολιτών), βίαια ανταγωνιστικοί και αγωνιστικοί […], αντιδραστικοί και προοδευτικοί, χοντροκομμένοι και σοφιστικέ, “χυδαίοι” και “ευγενείς”· “λαϊκισμοί στους δρόμους” και “λαϊκισμοί στην εξουσία”,  λαϊκισμοί “από τα πάνω” και λαϊκισμοί “από τα κάτω”».[17] Και για να γίνουμε ακόμα πιο σαφείς, ας θέσουμε το ζήτημα υπό τη μορφή ερωτήματος: μπορούν έτσι απλά να εξισωθούν ο λαϊκισμός του Ούγκο Τσάβες και του Έβο Μοράλες στη Λατινική Αμερική, ή ο λαϊκισμός των διαδηλωτών του Occupy Wall Street στις Η.Π.Α., με τον λαϊκισμό της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και του μακαρίτη του Χάιντερ στην Αυστρία; Μπορούμε να αρκεστούμε εδώ μόνον σε αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως «δομικές αναλογίες»;

Για να επιστρέψουμε στο κείμενο του Χρυσολωρά, στο αφαιρετικό περί λαϊκισμού σχήμα του θα χωρούσαν, όπως είδαμε, πιθανότατα όλοι οι πολιτικοί λόγοι. Ο Χρυσολωράς ωστόσο επιλέγει να εξισώσει συγκεκριμένα τον ΣΥΡΙΖΑ με την Χρυσή Αυγή και όχι με κάποιον άλλο σχηματισμό. Θα μπορούσε το ίδιο εύκολα, με άλλα λόγια, να κάνει το ίδιο με την ΧΑ και οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη, αλλά δεν το κάνει. Εδώ εντοπίζονται τόσο τα προβλήματα, όσο και οι απορίες για την επιλογή αυτή. Τη στιγμή ακριβώς που οι ρατσιστικοί και ξενοφοβικοί κώδικες της ΧΑ έχουν βρει διαύλους έκφρασης στην κεντρική πολιτική σκηνή, μέσω των «Ξένιων Διών», των «υγειονομικών βόμβών» ή των ρατσιστικών τηλεοπτικών σποτ υπουργείων, η μόνη που βρίσκεται να ομοιάζει στην ΧΑ –και να στιγματίζεται ως «επικίνδυνη»– είναι η αριστερά. Αλλά πώς αλλιώς θα δικαιωθεί η «θεωρία των άκρων»; Μια θεωρία βέβαια που καταρρέει από τη στιγμή που περνάμε από την δομή στο περιεχόμενο των λόγων, από τη στιγμή δηλαδή που αποκαλύπτεται το χάος που χωρίζει τον «λαό» της αριστεράς από τον «λαό» της άκρας δεξιάς.

Δημοκρατία, νομοκρατία και… μεταδημοκρατία


Η συζήτηση στο MGSA-L καταλήγει –όπως θα περίμενε κανείς– στο ζήτημα της δημοκρατίας, που συνιστά άλλωστε και την ουσιαστική βάση συζήτησης για το λαϊκιστικό φαινόμενο. Ο Χρυσολωράς επικαλείται εδώ την αντίληψη του Τζων Ρώουλς περί δημοκρατίας ως εκείνου του πολιτεύματος όπου μπορούμε μεν να αντιπαρατιθέμεθα και να συγκρουόμαστε, αλλά πάντα σε ένα πλαίσιο σεβασμού των κοινών θεσμοθετημένων κανόνων, δηλαδή των νόμων.[18] Η όποια παρέκκλιση από το νόμο σε ένα τέτοιο πλαίσιο αυστηρής «κανονοκρατίας» συνιστά αντιδημοκρατικό γλίστρημα, ίσως και εκτροπή. Η δημοκρατία όμως δεν είναι (όπως το φαντάζεται ο Χρυσολωράς) ποδόσφαιρο, ώστε να καταρρεύσει τη στιγμή που κάποιοι θα αψηφήσουν έναν κανόνα πιάνοντας την μπάλα με τα χέρια ή πετώντας τον διαιτητή έξω από το γήπεδο. Η δημοκρατία εμπεριέχει στον πυρήνα της ακριβώς (και) το στοιχείο της ενδεχόμενης ανατροπής ή αλλαγής των κανόνων του παιχνιδιού. Αλλιώς δεν είναι δημοκρατία! Η στιγμή μάλιστα που οι παίχτες αποφασίζουν να πετάξουν έξω από το γήπεδο τον διαιτητή συνιστά ίσως τη δημοκρατική στιγμή par excellence, ιδίως όταν αυτός εξυπηρετεί τα συμφέροντα κάποιας (αντιδημοκρατικής, ολιγαρχικής ή μαφιόζικης) παράγκας, όταν δηλαδή δημιουργείται χάσμα μεταξύ νομιμότητας και νομιμοποίησης.

Έτσι λοιπόν, σε ένα πρώτο επίπεδο, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς εδώ πως θα είχαν επιτευχθεί πλήθος δημοκρατικών, εργασιακών και κοινωνικών κατακτήσεων στις σύγχρονες δημοκρατικές μας κοινωνίες αν κάποιοι δεν επέλεγαν να βγουν από το καλούπι της νομιμοφροσύνης και να διεκδικήσουν κάτι παραπάνω. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι συνεπείς «δημοκράτες» της εποχής θα έπρεπε να ψέγουν με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος τους απείθαρχους και «αντιδημοκρατικούς» εργάτες του Σικάγο που ξεσήκωσαν τέτοια αναταραχή και παρεξέκκλιναν τόσο από τον νόμο για να απολαμβάνουμε εμείς, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, το οχτάωρο στην εργασία μας. Επίσης, η αντίστοιχη Καθημερινή της Ρωσίας, θα πρέπει υποθέτουμε να καυτηρίασε με σκληρό τρόπο την ασεβή διαμαρτυρία του συγκροτήματος των Pussy Riot, που όχι μόνο «βεβήλωσε» έναν ιερό ναό, αλλά και προσέβαλε βάναυσα μέσω τούτης της βεβήλωσης και τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας, Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο κατάλογος εδώ μπορεί να γίνει ιδιαίτερα μακρύς και να συμπεριλάβει τους φοιτητές που διαδηλώνουν στην Χιλή για τα εξωφρενικά δίδακτρα που καλούνται να πληρώσουν, τους ακτιβιστές της Νοτίου Αφρικής που επανασυνδέουν το ρεύμα στα χιλιάδες σπίτια που δεν έχουν να πληρώσουν τους ιδιαίτερα υψηλούς λογαριασμούς, τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους που βγαίνουν κατά δεκάδες χιλιάδες στους δρόμους διαδηλώνοντας ενάντια στην αέναη λιτότητα, όπως βεβαίως και τους κατοίκους της Χαλκιδικής που διαδηλώνουν σύσσωμοι (νέοι, γέροι και παιδιά) ενάντια στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής τους από τα μεταλλεία χρυσού.

Επιπλέον, αυτή η αντίληψη για τη δημοκρατία, που ξεκινά από τον Ρώουλς και πηγαίνει πολύ μακριά, δε μπορεί ούτε λεπτό να συμβαδίσει με το μοντέλο ριζοσπαστικής και πλουραλιστικής δημοκρατίας που προτείνει ο Λακλάου. Μια τέτοια θεώρηση, που επικεντρώνει μόνο στην απαρέγκλιτη προσήλωση στον σεβασμό των νόμων και των θεσμών, όχι μόνο αγνοεί μια μακρά ιστορία δημοκρατικών ανατροπών και κοινωνικών κατακτήσεων, όχι μόνο παραβλέπει μια σειρά ιστορικών διεργασιών που διαμόρφωσαν τη νεωτερική και υστερονεωτερική δημοκρατία αλλά δείχνει να μην έχει επαφή και με την τρέχουσα συζήτηση για την προϊούσα μετάλλαξη της φιλελεύθερης συνταγματικής δημοκρατίας και το πέρασμα σε ένα μεταδημοκρατικό πλαίσιο.[19] Η μεταδημοκρατική μετάλλαξη των δυτικών κοινωνιών δεν είναι κάτι το οποίο καταγγέλλεται μόνο από τους «συνήθεις ύποπτους» της σύγχρονης ριζοσπαστικής σκέψης, όπως ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, ο Ζακ Ρανσιέρ, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, ο Ερνέστο Λακλάου, ή η Σαντάλ Μουφ, αλλά ακόμα και από προσωπικότητες της ευρύτερης δυνατής αποδοχής, όπως ο Ούλριχ Μπεκ και ο Γιούργεν Χάμπερμας.[20]

Είμαστε τόσο σίγουροι λοιπόν πως η αιχμή της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης αναλώνεται σε ένα ζήτημα το οποίο στερείται σημασίας; Έχουμε αλήθεια την πολυτέλεια να κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε αυτή την ανησυχητική ολιγαρχική αν όχι ολοκληρωτική μετάλλαξη; Όχι βέβαια. Αν πραγματικά μας απασχολεί το μέλλον της δημοκρατίας στην Ελλάδα και αλλού, οφείλουμε μάλλον να εμβαθύνουμε και να ριζοσπαστικοποιήσουμε τη δημοκρατία, ελέγχοντας συνεχώς κριτικά τόσο την εξουσία όσο και το ίδιο το κανονιστικό πλαίσιο της κοινής μας συμβίωσης, το οποίο μόνο ως «μαρμαρωμένο» δε μπορεί να θεωρηθεί. Όσο η δημοκρατική συμμετοχή συρρικνώνεται ή και περιθωριοποιείται, όσο ο λαϊκός παράγοντας τίθεται εκτός των διαδικασιών πολιτικής απόφασης ή και στιγματίζεται ως «ανορθολογικός» και «μη-ειδήμων», τόσο μπορούμε και πρέπει να επιμένουμε στην ανεκπλήρωτη δημοκρατική υπόσχεση, αμφισβητώντας το προνόμιο των εκάστοτε «από πάνω» να καθορίζουν το «ορθό» και το «αναγκαίο», εστιάζοντας στο ενδεχομενικό στοιχείο της πολιτικής και την προσωρινότητα κάθε εγκαθιδρυμένης τάξης (order), αντλώντας από τη θεσμική παρακαταθήκη των ποικίλων εξισωτικών-συμμετοχικών πρακτικών που μας κληροδοτεί η ιστορία της δημοκρατίας (αρχαίας και σύγχρονης) και οι οποίες θα προκαλούσαν πιθανότατα αναφυλακτικά σοκ στις σημερινές ελίτ, επινοώντας νέες μορφές συμμετοχής και δράσης και εστιάζοντας τελικά στο «σημείο μηδέν» της δημοκρατικής θέσμισης που δεν είναι άλλο από την ενδεχομενική απόφαση των πολλών να εγκαθιδρύσουν ελεύθερη και ανοιχτή κοινή πολιτεία.

_________________________

Σημειώσεις

[1] Για μια ενδιαφέρουσα κριτική θεώρηση τούτης της «θεωρίας» (ανάμεσα σε πολλές άλλες) βλ. Αντώνης Λιάκος, «Πού βρίσκονται τα άκρα;», Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 29.04.2012.

[2] Δικτυακά μπορεί κανείς να το αναζητήσει στον παρακάτω σύνδεσμο: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_22/09/2012_496385. Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας δημοσιεύεται ένα επίσης ιδιαίτερα επιθετικό προς τον ΣΥΡΙΖΑ άρθρο του Κωνσταντίνου Ζούλα, με τίτλο «Ασφαλώς, η ΑΥΓΗ δεν είναι χρυσή» (http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_22/09/2012_462602).

[3] Μία περιήγηση στο εν λόγω φόρουμ εύκολα θα πείσει τον επισκέπτη πως το συγκεκριμένο θέμα είναι εκείνο που συγκεντρώνει μακράν το πιο ζωηρό ενδιαφέρον των συμμετεχόντων κατά τον μήνα Σεπτέμβρη. Βλ. http://maillists.uci.edu/mailman/public/mgsa-l/2012-September/thread.html.

[4] Για ολόκληρο το «δελτίο τύπου» του ΣΥΡΙΖΑ (δηλαδή της δήλωσης του Δημήτρη Στρατούλη), βλ. http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=28372. Για το «αντίστοιχο» δελτίο τύπου της ΧΑ βλ. http://www.ert.gr/politiki/item/21895-Chrysh-Aygh-%C2%ABMegalh-foyska-ta-isodynama-ths-sygkybernhshs%C2%BB.

[5] Ολόκληρος ο «φάκελος» σε ηλεκτρονική μορφή μπορεί να αναζητηθεί στο site του συνεδρίου του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. και της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης με θέμα «Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και δημοκρατία», το οποίο έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη, 27-28.01.2012: http://www.democritics.net/anti-pop/index.php/2011-12-11-21-51-16.

[6] Βλ. Ernesto Laclau & Chantal Mouffe, Hegemony and Socialist Strategy, 2η έκδοση, Verso, Λονδίνο 2001 [1985], σ. 63-64, 127-134· Ernesto Laclau, «Λαϊκισμός: Τι σημασία έχει τ’ όνομα;», Σύγχρονα Θέματα, τχ. 110, 2010, σ. 70-79.

[7] Laclau, «Λαϊκισμός: Τι σημασία έχει τ’ όνομα;», ό.π., σ. 73.

[8] Αυτ., σ. 78.

[9] Κανένας πολιτικός λόγος δεν επιλέγει μια ασφυκτικά περιοριστική απεύθυνση, καθώς επιδιώκει την με διάφορους τρόπους διεύρυνση του ακροατηρίου. Καλεί λοιπόν και εγκαλεί ετερόκλητα υποκείμενα στη βάση συγκεκριμένων προταγμάτων (θετικών και αρνητικών), επιχειρώντας να δημιουργήσει μεταξύ τους συνδέσμους επικοινωνίας και συμπόρευσης.

[10] «[Κ]ανένα κίνημα δεν είναι ποτέ εξ ολοκλήρου απαλλαγμένο από τον λαϊκισμό, επειδή κανένα δε μπορεί να αποφύγει να εγκαλέσει σε έναν βαθμό τον «λαό» εναντίον ενός εχθρού, μέσω της χάραξης ενός κοινωνικού συνόρου»· Laclau, «Λαϊκισμός: Τι σημασία έχει τ’ όνομα;», ό.π., σ. 78.

[11] Βλ. Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Το ΠΑΣΟΚ σε μακρόσυρτη μετάβαση», στο Χριστόφορος Βερναρδάκης (επιμ.), Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα 2007: Βουλευτικές εκλογές, κομματικό σύστημα, πολιτική κουλτούρα, αριστερά-δεξιά σήμερα, Σαββάλας, Αθήνα 2008, σ. 203-217.

[12] Manuela Caiani & Donatella Della Porta, «The Elitist Populism of the Extreme Right», Acta Politica, 46, 2011, σ. 197. Βλ. επίσης την σχετική ομιλία του Γιάννη Σταυρακάκη, «Beyond the Extreme Right: The European Populist Challenge» στο συνέδριο του Transform! με θέμα «Νέοι λαϊκισμοί και η ευρωπαϊκή δεξιά και άκρα δεξιά: η πρόκληση και οι προοπτικές για την αριστερά», Casa della Cultura, Μιλάνο, 10 Μαρτίου 2012. Η ομιλία σε podcast: http://www.puntorosso.it/contributo-audio_populismi-registraz.html.

[13] Caiani & Della Porta, ό.π., «The Elitist Populism of the Extreme Right», σ. 198.

[14] «Η ψήφος στην Αριστερά δεν είναι ψήφος ανάθεσης, αλλά συμμετοχής και κοινού αγώνα», τονίζει ακριβώς σε αυτή τη λογική ο Κώστας Αθανασίου, συντονιστής της γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, σε άρθρο του στα «Ενθέματα» της Κυριακάτικης Αυγής, 10.06.2012. Αυτήν ακριβώς τη λογική θα ανιχνεύσει κανείς και σε όλες τις προεκλογικές ομιλίες του Αλέξη Τσίπρα κατά τις προεκλογικές περιόδους του Μάη και του Ιούνη 2012.

[15] Αλέξης Τσίπρας, «Δεν γλίτωσαν από μας. Στον ύπνο τους να μας βλέπουν», συνέντευξη στο περιοδικό Unfollow, τχ. 9, Σεπτέμβριος 2012, σ. 48.

[16] Βλ. Unfollow, τχ. 10, Οκτώβριος 2012.

[17] Γιώργος Κατσαμπέκης & Γιάννης Σταυρακάκης, «Λαϊκισμός: Έγκλημα ή και διέξοδος», Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 19.12.2010.

[18] Είναι αυτονόητο εδώ πως η θέση του Ρώουλς δε συνιστά σε καμία περίπτωση καθολική αλήθεια για το δημοκρατικό πολίτευμα. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες κριτικές στο έργο του τελευταίου έχει ασκηθεί από την Σαντάλ Μουφ στο Δημοκρατικό Παράδοξο, μτφρ. Αλ. Κιουπκιολής, Πόλις, Αθήνα 2004.

[19] Για την σχετική συζήτηση περί «μεταδημοκρατίας» βλ. Κόλιν Κράουτς, Μεταδημοκρατία, μτφρ. Αλ. Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα 2006· Yannis Stavrakakis, «PostDemocracy», στο Atlas of Transformation, http://monumenttotransformation.org/atlas-of-transformation/html/p/postdemocracy/postdemocracy-yannis-stavrakakis.html· Σαντάλ Μουφ, Επί του πολιτικού, μτφρ. Αλ. Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα 2008· Jacques Rancière, Το μίσος για τη δημοκρατία, μτφρ. Β. Ιακώβου, Πεδίο, Αθήνα 2009· Αλέξανδρος Κιουπκιολής, «Η αυταρχική ολοκλήρωση του φιλελευθερισμού: προς ένα καθεστώς μεταπολιτικής βιοεξουσίας», Κυριακάτικη Αυγή (Αναγνώσεις), 06.11.2011.

[20] Βλ. Jürgen Habermas, «Europe’s post-democratic era», The Guardian, 10.11.2011, http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2011/nov/10/jurgen-habermas-europe-post-democratic· Jürgen Habermas, «Rettet die Würde der Demokratie», Frankfurter Allgemeine Zeitung, 4.11.2011 και Ulrich Beck, «Για μια Ευρώπη των πολιτών!», Τα Νέα, 6.01.2012 (είχε δημοσιευτεί αρχικά στην Le Monde, 26.12.2011).



Γιώργος Κατσαμπέκης
RED
Notebook
5 Οκτωβρίου 2012 - 5:35 pm | Γιώργος Κατσαμπέκης
 
Σχόλια
Μπορείτε να αναφέρετε υβριστικά σχόλια ή εκτός των όρων χρήσης με το αντίστοιχο κουμπί στο πάνω δεξί μέρος κάθε σχολίου. Η άσκοπη χρήση της δυνατότητας μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό σας από το σχολιασμό
Σχόλιο από: Καντριανιωτης

Η θεωρία των άκρων,βρίσκει γόνιμο έδαφος όσο οι μάζες θα εξαθλιώνονται απο τις πολιτικές του μνημονίου.Το ίδιο συμβαίνει και με την άνοδο της ναζιστικής συμμορίας.Στον επικοινωνιακό τομέα,ειναι επιτακτική ανάγκη η δημιουργία απο την Αριστερά τηλεοπτικού σταθμού που ναντισταθμίζει την αχαλίνωτη προπαγάνδα των μέσων της διαπλοκής.
 
 
Εισαγωγή σχολίου
Τα σχόλια που αποστέλλονται ενδέχεται να μην περάσουν αρχικά από διαδικασία έγκρισης. Διαβάστε προσεκτικά τους όρους χρήσης. Χρησιμοποιήστε την διαδικασία αναφοράς όποτε χρειάζεται.
Όνομα:
Email (δεν δημοσιεύεται):
URL:
Σχόλιο:
ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ:<b></b>, <i></i> - ΓΙΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΤΕ ΤΟ ENTER
 
Πόσο κάνει πέντε και δύο;
Βοηθήστε μας να αποφύγουμε τα spam μηνύματα απαντώντας στην απλή ερώτηση που βλέπετε παραπάνω.
Εαν θέλετε να χρησιμοποιήσετε avatar εγγραφείτε δωρεάν στο gravatar.com. Η συμμετοχή σας πρέπει να γίνεται πάντα σύμφωνα με τους όρους χρήσης. Σχετικό link στο κάτω μέρος της σελίδας.
     
Σχετικά
 
Αν ήμουν Πειραιώτης
Στρατής Μπουρνάζος
24/05/2014
Ακριβώς σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις αξίζει πάνω απ’ όλα να σκεφτόμαστε και να παίρνουμε θέση. Γιατί προφανώς δεν υπάρχει δίλημμα όταν το ερώτημα είναι «Κάλλιο πλούσιος και υγιής ή πτωχός και ασθενής;». Ούτε στον Βόλο όπου αντίπαλος του Μπέου είναι ο Μαργαρίτης Πατσιαντάς του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε στον Πειραιά θα είχαμε δίλημμα αν αντίπαλος του Μώραλη-Μαρινάκη ήταν όχι μόνο ο Δρίτσας, αλλά ένας υποψήφιος του ΚΚΕ ή ένας οποιοσδήποτε δεξιός, πολλώ δε μάλλον ένας ευπρεπής δεξιός τύπου Κουμουτσάκου. Τώρα όμως;
 
 
Καμίνης και μεταναστευτικό: η μεταμόρφωση
Ελένη Τάκου
24/05/2014
Της Ελένης Τάκου
 
 
Η ΝΔ το χειρότερο το κράταγε για το τέλος: ξανάφερε τη Χρυσή Αυγή στο προσκήνιο
Δημήτρης Χριστόπουλος
23/05/2014
Η ανάδειξη της Χρυσής Αυγής σε ρυθμιστή των εκλογών στην πρωτεύουσα και το Λεκανοπέδιο Αττικής αποτελεί στίγμα που δεν θα ξεθωριάσει εύκολα
 
 
Εργαλεία
       
 
 
 
     
  24 Μαΐου 2014 - 1:24 pm  
  Αν ήμουν Πειραιώτης
Στρατής Μπουρνάζος
 
     
  Ακριβώς σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις αξίζει πάνω απ’ όλα να σκεφτόμαστε και να παίρνουμε θέση. Γιατί προφανώς δεν υπάρχει δίλημμα όταν το ερώτημα είναι «Κάλλιο πλούσιος και υγιής ή πτωχός και ασθενής;». Ούτε στον Βόλο όπου αντίπαλος του Μπέου είναι ο Μαργαρίτης Πατσιαντάς του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε στον Πειραιά θα είχαμε δίλημμα αν αντίπαλος του Μώραλη-Μαρινάκη ήταν όχι μόνο ο Δρίτσας, αλλά ένας υποψήφιος του ΚΚΕ ή ένας οποιοσδήποτε δεξιός, πολλώ δε μάλλον ένας ευπρεπής δεξιός τύπου Κουμουτσάκου. Τώρα όμως;
     
 
  24 Μαΐου 2014 - 1:14 am  
  Για την εξουσία στην Ελλάδα το κύριο είναι να μην έρθουν οι κόκκινοι
Συνέντευξη του Χρήστου Λάσκου στο alterthess.gr
 
     
  Ενόψει των εκλογών της 25ης Μαϊου, και στο πλαίσιο του προεκλογικού διαλόγου, το alterthess.gr έθεσε σε υποψήφιους/ες eυρωβουλευτές ερωτήσεις σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης, την κρίση στην Ελλάδα και την άνοδο του φασισμού . Ο Χρήστος Λάσκος, υποψήφιος ευρωβουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ, απαντά
     
 
  23 Μαΐου 2014 - 12:33 pm  
  Η ΝΔ το χειρότερο το κράταγε για το τέλος: ξανάφερε τη Χρυσή Αυγή στο προσκήνιο
Δημήτρης Χριστόπουλος
 
     
  ι νεοναζί επανέρχονται, και μάλιστα στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής, χωρίς καλά-καλά να κάνουν τίποτα οι ίδιοι. Το κάνει με τον πιο αποδοτικό τρόπο γι’ αυτoύς η Νέα Δημοκρατία, με τρόπο πολιτειακά άφρονα
     
 
  23 Μαΐου 2014 - 12:39 pm  
  Τασία Χριστοδουλοπούλου: H κυβέρνηση της Αριστεράς θα δημιουργήσει ντόμινο
Συνέντευξη στον Αδάμο Ζαχαριάδη
 
     
  Η ευρωπαϊκή Αριστερά τονίζει ότι οι μεταναστευτικές ροές θα συνεχιστούν, ιδίως όσο συνεχίζονται ο πόλεμος, η φτώχεια και η περιβαλλοντική καταστροφή. Επιμένουμε λοιπόν ότι σε υπερεθνικά προβλήματα, δεν υπάρχουν εθνικές λύσεις. Ζητάμε, έτσι, τη ριζική τροποποίηση του Ευρωπαικού Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου, προς την κατεύθυνση της αναλογικής κατανομής των ροών σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την αναθεώρηση της δομής του Σένγκεν, που προβλέπει ελεύθερη κυκλοφορία με κλειστά εξωτερικά σύνορα, άρα απαγόρευση κυκλοφορίας για τους μη νόμιμα διαμένοντες.
     
 
 
   
Footer
 
         
 
Λέξεις-κλειδιά
 
εκλογές × ΣΥΡΙΖΑ × Arno Minkkinen Biennale CGIL Corpus Christi Dow Jones Newswires dubstep John Parish performance Pussy Riot RootlessRoot Αδέσμευτη Γνώμη Αθήνα αντιρατσιστικό συλλαλητήριο Αριστερά άστεγοι αυτονομία ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ δημοσιονομικός πολλαπλασιαστή Έβρος ΕΚΤ Ευρώπη θάλασσα Ιντιφάντα κάλαντα Καλλικράτης Κάσσελ ΚΕΝΤΡΟ Κινηματογράφος Κόκκινο Κρίση Κύπρος Μαρία Κανελλοπούλου ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ μήκους Νιαουνάκης Παπαδάτος ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΣΥΡΙΖΑ τι σου ζητάνε; Τρόικα χρέος Ψαριανός Ψημίτης 1 ευρώ 11 Μάη 12 Φεβρουαρίου 13% 14 Νοεμβρίου 15χρονη 17 17 Νοέμβρη 17Ν 19/7/2012 19ος αιώνας 2 νεκροί στο Μανχατταν 20 Οκτωβρίου 20ος 22 πράγματα 24ωρη 25ευρο 25η 25η Μαρτίου 26 272 μέρες απεργίας 28η 28η Οκτωβρίου 2ρουφ 300 3000 ευρώ 34 νεκροί στην Αφρική 3E 40 χρόνια 48ωρη 4η Αυγούστου 4η Διεθνής 6 αντιρατσιστική γιορτή 6 Δεκεμβρίου 6 μέρες 6 τρις 6ο 6ο διαμέρισμα 8 Μάρτη 80s 8η Μάρτη 99%
  Αρχείο:
Πλήρες αρχείο θεμάτων

Επικοινωνία:
info@rednotebook.gr
 
         
 
  Powered by Byte² | Bitsnbytes.gr