Αναζήτηση:  
 
 
 
   
 
Η αντικαπιταλιστική στροφή του Εθνικού Μετώπου
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ακόμη κι αν υπήρχαν διαδρομές ανάμεσα στην G.R.E.C.E. και στο Εθνικό Μέτωπο, οι αξιοσημείωτες τους αποκλίσεις (στην οικονομία, στην περίοδο της αποικιοκρατίας, στην αντιπαράθεση Δύσης και Ανατολής ή ακόμη και στη θρησκεία τους εμποδίζουν να διεξαγάγουν έναν κοινό αγώνα. Η κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού θα ανατρέψει αυτή την ιδεολογική μη - αναγωγιμότητα
 

Του Συλβάν Κρεπόν [1]

    Στο διάβα της δεκαετίας του ’90, το Εθνικό Μέτωπο επανεκκινεί το λόγο του, με έναν τρόπο που αποκόπτεται από την ιδεολογική γραμμή που το χαρακτήριζε από το 1972, έτος ίδρυσής του. Εκφράζοντας μια ανησυχία για τα κοινωνικά ζητήματα, στηλιτεύοντας τις ακρότητες του οικονομικού φιλελευθερισμού, κριτικάροντας ολοένα και περισσότερο την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, δείχνει να προσπερνά την απροϋπόθετη στήριξη της επιχειρηματικής ελευθερίας, τον περιορισμό του κράτους μόνο σε συμβολικές λειτουργίες και την υποστήριξη της ατλαντικής συμμαχίας που το χαρακτήριζαν μέχρι τότε. Στο νέο πολιτικό περικείμενο, το Μέτωπο βλέπει το ακροατήριο του να μεγεθύνεται ανάμεσα στους υποβαθμισμένους πληθυσμούς και το ίδιο να καθίσταται πρώτο κόμμα ανάμεσα στους εργάτες. Αυτή η ιδεολογική αναγέννηση το στρέφει στην αποδοκιμασία του ωφελιμισμού της καταναλωτικής κοινωνίας, ο υλιστικός εγωισμός της οποίας υποτίθεται ότι συγκροτεί μια από τις κύριες αιτίες της «παρακμής», απογυμνώνοντας τα άτομα από κάθε παραδοσιακή αλληλεγγύη (αδελφική, οικογενειακή, εθνική) και ευνοώντας τις λεγόμενες «αφηρημένες αλληλεγγυότητες». Έτσι, το Εθνικό Μέτωπο κριτικάρει ολοένα και πιο σταθερά τη διεθνή απορρύθμιση των αγορών, το χωνευτήρι ανθρώπων και αγαθών, την απειλή στην οικονομία της χώρας και, εντέλει, την απίσχναση της ομοιογένειας του εθνικού σώματος.
Περίεργη μεταστροφή για ένα κόμμα, ο πρόεδρος του οποίου αξίωνε να ενσαρκώνει μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80 την πραγματική δεξιά, κυρίως στον οικονομικό τομέα, διακηρύσσοντας απροϋπόθετη υποστήριξη στο laissez-faire και σύμφωνα με τον οποίο η κλασική δεξιά είχε απαρνηθεί επί μακρόν τις ίδιες της τις αξίες. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που κατά την ίδια περίοδο διαμορφώνεται η περίφημη θεματική «ούτε δεξιός ούτε αριστερός …Γάλλος». Η θεματική αυτή είχε ήδη τεθεί το 1994 από τη νεολαία του Εθνικού Μετώπου και συνάντησε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Πλέον, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας  [2] πάμπολλα στελέχη πρώτης γραμμής του Εθνικού Μετώπου ξαναπιάνουν τη θεματική, μολονότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει (και ακόμα προκαλεί) εσωτερικούς αναβρασμούς και παραμένει πράγματι διακύβευμα στην εκλογική τους στρατηγική. Παρόλα αυτά, η ανατοποθέτηση στην πολιτική σκακιέρα αντιστοιχεί με την ταυτοτική εμμονή του κόμματος της ακροδεξιάς: στο βαθμό που αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της δεξιάς και της αριστεράς ως τεχνητές, οι διαχωρισμοί αυτοί απειλούν για το Μέτωπο την ίδια τη συνοχή του έθνους.
Τέτοια επιχειρήματα (κριτική του ανώνυμου ατομισμού της κοινωνίας της αγοράς και του κερματισμού του έθνους μεταξύ αντιτιθέμενων συμφερόντων) δείχνουν πράγματι ότι η σύγχρονη άκρα δεξιά επανασυνδέεται με θεμελιακά δόγματα της δεκαετίας του ’30.[3]  Αρνούμενο να συμπεριληφθεί σε μια πολιτική σκακιέρα της οποίας αμφισβητεί τις πολλαπλές κατηγορίες, όσο και αρνούμενο να εγγραφεί σε αυτή την πολλαπλότητα (η οποία αναγκαστικά συνωνυμεί με τη διαίρεση), το Εθνικό Μέτωπο πλέον εγγράφεται έξω από κάθε δημοκρατική προοπτική. Όσο κι αν είναι εμφανές, αξίζει να υπενθυμισθεί με ένταση ετούτο το σημείο, σε μια συγκυρία που διάφορες κινήσεις προερχόμενες από την άκρα δεξιά – οι οποίες επηρέασαν, εξάλλου, το Μέτωπο στους νέους του πολιτικούς προσανατολισμούς, όπως θα δούμε – προσεταιρίζονται την αριστερή αμφισβήτηση του ωφελιμισμού της καταναλωτικής κοινωνίας. Όλα αυτά, εξάλλου, σ’ ένα περικείμενο που οι κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις γίνονται ολοένα και πιο αφηρημένες στις αναπαραστάσεις, κυρίως των νέων γενιών. Ο προσεταιρισμός αυτός, θέλοντας να υπερβεί το διαχωρισμό ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά (όπως επίσης και ανάμεσα σε αριστερά και άκρα δεξιά), στο όνομα της πάλης ενάντια στον κοινό «εχθρό» (και μολονότι η πάλη αυτή αφορά σε κόμματα με διαφορετικές αξίες), δεν φέρει άραγε τον κίνδυνο να οδηγήσει σε μια δυσχέρεια διαφοροποίησης ανάμεσα στις θέσεις των μεν και των δε; Κι όμως, τούτο εγγράφεται στην προοπτική κατάργησης της πολιτικής πολλαπλότητας, κάτι που τόσο αγαπάει η άκρα δεξιά. Θα ήθελα να διερευνήσω εδώ την προβληματική αυτή, επικαλούμενος τους λόγους της εκ νέου ανάδυσης του αντι-ωφελιμισμού στους κόλπους της ακροδεξιάς, στο σύγχρονο περικείμενο.

Η ιδεολογική αναγέννηση της GRECE

    Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, κουβαλώντας το λαϊκισμό, την υποστήριξη στην αποικιοκρατίας και παγιδευμένη στο συνεργασιακό παρελθόν της κατά τον πόλεμο, η άκρα δεξιά στη Γαλλία είχε καταστεί περιθωριακή. Δεν υπήρχαν παρά μόνο γκρουπούσκουλα ή μειοψηφικά κόμματα, που δεν κατείχαν την επαρκή υποδομή και επιρροή για να αποκτήσουν ορατότητα σε εθνικό πεδίο. Απέναντι σε μια τέτοια ιδεολογική και πολιτική ερήμωση, μια ασυνήθιστη κίνηση πρόκειται να επιφέρει αναδιαμόρφωση των ιδεών του κινήματος. Ιδρυμένη το 1968 από τον διανοούμενο Alain de Benoist, η G.R.E.C.E. (Ομάδα μελέτης κι έρευνας για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό), παρουσιάζεται σαν όμιλος σκέψης και όχι σαν πολιτικό κόμμα. Τα μέλη της κίνησης, αντιμέτωπα με το ιδεολογικό και πολιτικό αδιέξοδο, στο οποίο βρίσκεται η άκρα δεξιά μετά την ανακάλυψη των ναζιστικών στρατοπέδων και, κατόπιν, με το τέλος του πολέμου με την Αλγερία, αξιώνουν να προσφέρουν νέα νομιμοποίηση στο παλιό αντι-εξισωτικό τροπάριο της ακροδεξιάς. Οι εργασίες τους είχαν σαν άξονα κυρίως τη θεματική της ταυτότητας. Στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της, η  G.R.E.C.E. προσπαθεί να επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη το φυλετισμό, πλέον με τη βοήθεια πεδίων όπως η κοινωνιοβολογία και η ηθολογία. Στοχεύει στην αποκατάσταση, σε επίπεδο συνειδήσεων, της ανωτερότητας της λευκής φυλής, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψη τις πρότερες αποτυχίες ενός τέτοιου στόχου, αλλάζει προσανατολισμό. Η κριτική του εξισωτισμού πατάει πια ολοένα και περισσότερο σε εννοιολογικά δάνεια της ανθρωπολογίας, όπως ο πολιτισμικός σχετικισμός.
    Εφεξής, η κουλτούρα αντικαθιστά ως όρος τη φυλή και η ανωτερότητα υποχωρεί σε όφελος της διατήρησης των κοινοτικών ιδιαιτεροτήτων. Πρόκειται λιγότερο για διακήρυξη της ανωτερότητας ενός κάποιου είδους έναντι των άλλων και μάλλον για διεκδίκηση μιας ισότητας – αλλά ταυτόχρονα και μιας στεγανότητας ανάμεσα στις κουλτούρες, μοναδικό υποτίθεται μέσο για τους λαούς ώστε να διατηρήσουν την κουλτούρα τους.
Η διεκδίκηση, εδώ, του «δικαιώματος στην πολιτιστική διαφορά», ο πολιτισμικός διαφορισμός, επιτρέπει στην G.R.E.C.E. να αυτοπαρουσιάζεται, καθώς αναλύει και ο P.-A. Τaguieff (1994), ως το «κόμμα της διαφορετικότητας και της ανοχής, απέναντι στο κόμμα της αυτοκρατορικής ομοιομορφίας και της αποπολιτισμικοποίησης των λαών». Η ομάδα του Benoist οδηγείται πια σε απόσταση από τον επεκτατικό εθνικισμό της αποικιοκρατικής εποχής και, ως εκ τούτου, διαφοροποιείται προς τα μέλη του Εθνικού Μετώπου, ενός κόμματος γεννημένου ακριβώς στον απόηχο της Γαλλικής Αλγερίας και του πολέμου με την Ινδοκίνα. Παρέπεται ότι η διακηρυγμένη «ανοχή» αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με ολιστική έννοια, όπως το ορίζει ο L. Dumont (1993), μια ιδεολογία που «αγνοεί ή παρακάμπτει τον άνθρωπο-άτομο». Σε μια τέτοια προοπτική, τα μέλη της G.R.E.C.E. κριτικάρουν τον «υπερμοραλισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου», ενώ αντιμετωπίζουν τον «ομοιογενοποιητικό ουνιβερσαλισμό» ως «εθνοκεντρισμό», με την έννοια ότι δεν σέβεται το πρωτείο των «κληρονομημένων συλλογικών ταυτοτήτων» (de Benoist, Champetier, 1990). Από εδώ συνεπάγεται και η απόρριψη της αρχής της ενσωμάτωσης ή ακόμη και ενός αφομοιωτικού εγχειρήματος, είτε αφορά σε άτομα είτε σε συλλογικότητες. Εκπληκτική μετάθεση αρχών που προέρχονται από τα δικαιώματα του ανθρώπου (εξισωτισμός, ουνιβερσαλισμός) και καλούν σε σεβασμό του ανθρώπινου προσώπου και του ατόμου, σε μια ολιστική αντίληψη οντοτήτων εθνικής έγκλισης (όπως το είχε κάνει ο Herder στον καιρό του, βλ. Dumont, 1983) και αντλώντας από την ανάσυρση της ανθρωπολογικής γραμματείας.
Με στόχο την απόκρουση των «κινδύνων» της επιμειξίας και του κοσμοπολιτισμού που προκαλούν οι μεταναστευτικές ροές, διαμορφώνεται πια η ιδέα ενός «διαφοριστικού τριτοκοσμισμού» (Τaguieff, 1994). Ο τελευταίος συστήνει ως αντίδοτο στη μετανάστευση την αναπτυξιακή βοήθεια για τις χώρες του τρίτου κόσμου, αποσκοπώντας στη διάσωση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των χωρών του Νότου (όπως και του Βορρά), αποτρέποντας κάθε ανάμειξη «ασύμβατων» πληθυσμών και προτείνοντας προσίδια μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης, σε αρμονία με τα πολιτισμικά θεμέλια των χωρών. Μολονότι αντικομμουνιστική, η G.R.E.C.E., κριτικάρει ολοένα και πιο έντονα τον οικονομικό φιλελευθερισμό, φθάνοντας μέχρι του σημείου να τον περιγράφει ως τον «κύριο εχθρό» (de Benoist, Champetier, 1999). Ο ωφελιμισμός της καταναλωτικής κοινωνίας, καθώς τρέπεται σ’ ενικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και καθιστά την «αξία της αγοράς την κυρίαρχη σταθερά κάθε κοινής ζωής» (στο ίδιο), συγκροτεί για τα μέλη της  G.R.E.C.E. απειλή για την πολιτισμική ταυτότητα των λαών. Στο βαθμό που απελευθερώνονται από κάθε καταναγκασμό, οι «ατομιστικές και οικονομιστικές ορμές» οδηγούν σ’ ένα «γενικευμένο ανταγωνισμό» (στο ίδιο), που συνεπάγεται την αποσύνθεση του κοινωνικού δεσμού. Επομένως, για τις θέσεις της G.R.E.C.E., μονάχα οι «ριζωμένες» παραδοσιακές κοινότητες, μπορούν να εισαγάγουν ένα αποτελεσματικό μοντέλο κοινωνικοποίησης, συνενώνοντας τα άτομα που προέρχονται από την ίδια κουλτούρα και από το ίδιο έθνος. Αυτή η αρχή δεν είναι τελικά και τόσο απομακρυσμένη από τα θεμέλια του νόμου μιας φυσικής τάξης, προσφιλούς στην άκρα δεξιά ήδη από τις απαρχές της. [4] 

Απορρίπτοντας εξίσου το σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, η G.R.E.C.E. αξιώνει να εγκαθιδρύσει έναν τρίτο δρόμο. Αυτή η αναζήτηση οδηγεί τα μέλη της να θέσουν σε αμφισβήτηση τις πολιτικές διαιρέσεις, τις οποίες βλέπουν ως «απαρχαιωμένες» στα μάτια των «λαϊκών προσδοκιών». Απεναντίας, η πολιτική πρέπει εφεξής να προσαρμοσθεί σε «δομές βάσης» (Benoist, 1999), δηλαδή τις κοινότητες παραδοσιοκρατικής έγκλισης, όπως περιγράφηκε προηγουμένως. Στο όνομα του ίδιου αντικαπιταλισμού στηλιτεύουν το ΝΑΤΟ (οπλισμένο βραχίονα των ΗΠΑ στην Ευρώπη, καθώς το βλέπουν), ενώ οι ΗΠΑ στέκονται ως σύμβολο ενός νέου ιμπεριαλισμού και ενός απάτριδος καπιταλισμού. Μολονότι η ιδεολογική αυτή αναγέννηση καθιστά προβληματική τη σχέση της G.R.E.C.E. με το Εθνικό Μέτωπο μέχρι τα τέλη του ’80, από κει και στο εξής, αρχές του ’90, υπάρχει προσέγγιση των οπτικών.

Η G.R.E.C.E., βασική πηγή επιρροής του Εθνικού Μετώπου

    Γεννημένο την 5 Οκτωβρίου 1972, το Εθνικό Μέτωπο εμφανίζει από τις απαρχές του νοσταλγία για τη μάχη ενάντια στην αποαποικιοποίηση, την ώρα που η ηγεσία του συσπειρώνει παλαίμαχους της γαλλικής Αλγερίας, προερχόμενους κυρίως από το OAS. Η πρωταρχική πολιτική γραμμή του νέου αυτού κόμματος τοποθετείται ενάντια στον «ουτοπικό εξισωτισμό» και στο «μαρξιστικό κληρικαλισμό», με μια λέξη ενάντια σε «κάθε υποτιθέμενη διδασκαλία, αντίθετη στους νόμους της φυσικής τάξης» (Chebel d’Appolonia, 1988). Η γραμμή αυτή το στρέφει στη μάχη για την υπεράσπιση της γαλλικής ταυτότητας. Η αντίθεση στη μετανάστευση καθίσταται κεντρική ήδη από τη δημιουργία του κινήματος, καθώς επίσης – και για το θέμα που μας απασχολεί εδώ – η στήριξη της επιχειρηματικής ελευθερίας και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ο αντικομμουνιστικός αγώνας και η ατλαντική συμμαχία που τον στηρίζει καθίστανται ο άλλος μεγάλος ιδεολογικός του άξονας. Στο διάβα της δεκαετίας του 1980, ο Λεπέναναφέρεται στον Reagan ως πολιτικό του πρότυπο (οι δυο τους συναντήθηκαν το 1987 στις ΗΠΑ), επαινώντας τον πολιτικό του συντηρητισμό και τον υπερφιλελευθερισμό της οικονομικής του πολιτικής.

    Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ακόμη κι αν υπήρχαν διαδρομές ανάμεσα στην G.R.E.C.E. και στο Εθνικό Μέτωπο, [5]  οι αξιοσημείωτες τους αποκλίσεις (στην οικονομία, στην περίοδο της αποικιοκρατίας, στην αντιπαράθεση Δύσης και Ανατολής ή ακόμη και στη θρησκεία [6] ) τους εμποδίζουν να διεξαγάγουν έναν κοινό αγώνα. Αλλά η κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού θα ανατρέψει αυτή την ιδεολογική μη - αναγωγιμότητα. Εάν η επιρροή της G.R.E.C.E. μειώνεται στο πολιτικό και διανοητικό πεδίο ήδη από τα τέλη του ’80, το Εθνικό Μέτωπο εμπνέεται ολοένα και περισσότερο, στις αρχές του ’90, ανοικτά από τις ιδέες της G.R.E.C.E. (χωρίς, πάντως, τα δυο κινήματα να προσεταιρισθούν το ένα το άλλο). Οι νέες ιδέες αυτές επιτρέπουν πράγματι στο Μέτωπο να προσαρμοσθεί στη νέα μοιρασιά και στις επιπτώσεις της στο γαλλικό πολιτικό διάλογο. Αυτό πρόκειται να εκδηλωθεί κυρίως στο επίπεδο των θεματικών της ταυτότητας, τόσο της οικονομικής όσο και της πολιτικής.
Ο πολιτισμικός διαφορισμός φέρει κατ’ αρχήν μια νέα σημειολογία αντιμετώπισης της μετανάστευσης. Μέχρι τότε, αυτή καταδικαζόταν αποκλειστικά λόγω της υποτιθέμενης απειλής που κράδαινε για τις δουλειές και την ασφάλεια των Γάλλων. Προστίθεται εφεξής σ’ αυτήν την επιχειρηματολογία και το ότι συνιστά, επίσης, μια απειλή για την πολιτισμική ακεραιότητα του έθνους, καθώς και ότι αποκόβει τους μετανάστες από τις πολιτισμικές αφετηρίες τους, καθιστώντας τους έτσι «ξεριζωμένους». Ετούτο επιτρέπει στο Εθνικό Μέτωπο να γίνεται ο απόστολος μιας συγκεκριμένης μορφής πολιτισμικής αλλοίωσης, παρακάμπτοντας αφενός τη νομοθεσία που καταδικάζει το ρατσιστικό λόγο και διατηρώντας αφετέρου μια ευνοϊκή αμφισημία απέναντι στο παραδοσιακό ρατσιστικό και ξενοφοβικό λόγο του. Ο λόγος αυτός πρόκειται να ενδυθεί όλη του τη σημασία κυρίως με την αντίθεση του Εθνικού Μετώπου στους δυο πολέμους του Ιράκ.

Η θέση του Εθνικού Μετώπου απέναντι στον πόλεμο στο Ιράκ

    Η ανάσυρση του λόγου περί διαφοράς κινητοποίησε κατ’ αποτέλεσμα μια ολοένα και πιο οξεία κριτική των ΗΠΑ. Ο Λεπένδεν σταματάει, ήδη από τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου το 1991, να καταδικάζει τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις των ΗΠΑ, στο όνομα πιο συγκεκριμένα του σεβασμού της ακεραιότητας των εθνών και των πολιτισμών τους. Ο πόλεμος αυτός, όπως κι έπειτα η εισβολή στο Ιράκ από τις αγγλοαμερικανικές δυνάμεις, ενίσχυσαν τον αντιαμερικανισμό του συνόλου της ακροδεξιάς, για την οποία καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός βαδίζουν πια πλάι. Για τον Λεπέν(2003a), η εισβολή στο Ιράκ στόχευε στη στρατολόγηση των «μουσουλμανικών μαζών …κάτω από τα λάβαρα του Χρυσού Μόσχου και του Μεγάλου Πατέρα - Δολάριο», ενώ οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται «απέναντι στη Μέση Ανατολή όπως ο Cortés απέναντι στους Ίνκας. Άλλοτε, όπως και σήμερα, αρπάζουμε το χρυσό και θέλουμε να προσηλυτίσουμε τους απίστους». [7]  Βλέπουμε εδώ όλο το μονοπάτι που διέτρεξε η παλιά φρουρά του Εθνικού Μετώπου, βετεράνοι του αποικιακού πολέμου, παλιοί υποστηρικτές του οικονομικού φιλελευθερισμού (από τους πλέον αυστηρούς) και πεπεισμένοι ατλαντιστές. Η πολικότητα του κόσμου δεν τίθεται πια ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό αλλά ανάμεσα στην ηγεμονία του «αμερικανικού ιμπεριαλισμού» και την υποστήριξη των εθνικών ταυτοτήτων.
Η εκ νέου οικειοποίηση του λόγου περί διαφοράς είχε, εξάλλου, ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της ξενοφοβικής έκφρασης για τους αραβικούς πολιτισμούς. Διότι, ακόμη κι αν ο Λεπένσυνεχίζει να στιγματίζει έντονα τους πληθυσμούς με μαγκρεμπίνικη καταγωγή που ζουν σε γαλλικό έδαφος, επιδεικνύει μια παράδοξη βούληση, κατά τη διάρκεια των δυο ιρακινών εκστρατειών, να υπερασπιστεί ανυποχώρητα τον αραβομουσουλμανικό κόσμο έναντι των «ιμπεριαλιστικών» παρορμήσεων των ΗΠΑ. Έτσι, οδηγείται να υπερασπιστεί τη δικτατορία του Σαντάμ Χουσεϊν, ο οποίος παρείχε για τον Λεπέν «σπουδαία κοινωνική πολιτική», πράγμα που κάνει άλλωστε τους «Ιρακινούς να του επιδεικνύουν ακέραιη εμπιστοσύνη» (2003b) και να διατηρεί, από την αρχή της επέμβασης στο Ιράκ, αμφίσημη στάση απέναντι στην ισλαμιστική τρομοκρατία. Με ένα λόγο, μάλιστα, που αναδύει τζιχαντιστική αποφορά: «Καμικάζι, εκείνος ο θεϊκός άνεμος, που έσπερνε πανωλεθρία παλιότερα στους εχθρούς των Γιαπωνέζων – ίσως είναι πια η ίδια η ανάσα του Αλλάχ, που υψώνει τους αμμόλοφους της ερήμου και τους ρίχνει στις στρατιές των εισβολέων» (στο ίδιο).
    Η καταδίκη της αμερικανικής παρέμβασης στο Ιράκ στο όνομα του διαφορισμού – που επιτάσσει ότι αν θέλουμε να «είμαστε σεβαστοί με τους όρους και τις μορφές του χριστιανικού πολιτισμού μας», τότε πρέπει να σεβόμαστε και το «δικαίωμα των άλλων να ζουν όπως θέλουν στον τόπο τους» (στο ίδιο) – γίνεται στο όνομα αξιών που απομακρύνονται ταχέως από κάθε δημοκρατική ηθική. Νομιμοποιώντας μια από τις χειρότερες δικτατορίες της εποχής ή δείχνοντας μια ορισμένη επιείκεια απέναντι στην τρομοκρατία, ο αρχηγός του Μετώπου υπονοεί έτσι ότι ένα καθεστώς ή μια πολιτική ομάδα δεν πρέπει να κρίνεται με άξονα το σεβασμό των καθολικών αξιών των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο, ο διαφορισμός του Λεπέν νομιμοποιούσε ένα καθεστώς τρόμου, το οποίο όμως προσιδίαζε για αυτόν σε μια αυθεντική κουλτούρα και ήταν άρα νόμιμο, έχοντας θέση στη διαφοριστική τάξη του κόσμου. Η εκ νέου οικειοποίηση του διαφορισμού δείχνει ότι το Εθνικό Μέτωπο προσαρμόστηκε επιδέξια στα πολιτικά πλαίσια της εποχής του, επωφελούμενο συγκεκριμένα από τη θεωρητική εργασία της G.R.E.C.E. εδώ και τριάντα χρόνια.

    Ο οικονομικός αντιυλισμός

    Το Εθνικό Μέτωπο άντλησε από τους κόλπους της G.R.E.C.E., επίσης, τη θεματική της κριτικής στον εμπορευματικό ωφελιμισμό. Αυτή δεν παραπέμπει πια σε έναν εξισωτικό λόγο, αλλά όπως και στην G.R.E.C.E., ο υλισμός καταδικάζεται ως προς το ότι εκτρέπει τα άτομα από τις πνευματικές αξίες του έθνους – το ίδιο το ρίζωμα στη γη και τις παραδόσεις – που συγκροτούν για την άκρα δεξιά το θεμέλιο της ανθρωπινότητας. Το πρόγραμμα του Εθνικού Μετώπου κατά τη δεκαετία του ’90 συνοψίζεται σε αυτά τα λόγια: «Πώς να μη δούμε ότι αυτή η σύλληψη οικονομικού βίου [της ιδεολογίας της ελεύθερης ανταλλαγής, όπως το θέτει ο Λεπέν] απειλεί με αφανισμό ένα σύμπαν, όπου οι άνθρωποι ενώνονται με τις ιστορικές κοινότητές τους, επωφελούνται μιας κληρονομιάς, μιας παρακαταθήκης και των αντίστοιχων ποιοτήτων της, για να αντικατασταθεί από έναν κόσμο οργανωμένο με αφηρημένες έννοιες και μηχανισμούς, απογυμνωμένο από φυσικές πραγματικότητες, πολιτισμικές, κοινωνικές και εθνικές; Η ίδια η ιδέα του έθνους τίθεται σε κίνδυνο από αυτή την επιχείρηση ομογενοποίησης» (Εθνικό Μέτωπο, 1993).
    Στο εξής, ο οικονομικός αντιυλισμός του Μετώπου σμίγει με την καταδίκη της διαδικασίας της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Για τον πρόεδρο του Εθνικού Μετώπου, η «παγκοσμιοποίηση» ανταποκρίνεται κατ’ αποτέλεσμα σε μια «διδασκαλία» που «υποτάσσει ολόκληρη τη γη στα εμπορευματικά δόγματα και τελικά σε μια ιδεολογία ολοκληρωτική κάτω από τη φιλελεύθερη επιφάνεια», ενώ «υπάγει πια τη Γη σε μια αναγωγική ομοιομορφία» (Λεπέν, 2003b). Βλέπουμε ένα λόγο που θα προσυπέγραφε ο Μπενουά: ο τελευταίος καταδικάζει εξίσου απόλυτα και με παρεμφερείς όρους τη διαδικασία παγκοσμιοποίησης. Από τα μεταναστευτικά ρεύματα μέχρι τον πλανητικό ανταγωνισμό και το ενιαίο μοντέλο οικονομικο-πολιτικής ανάπτυξης – συνδεδεμένο με το φρενήρη καταναλωτισμό που γεννάει –, η παγκοσμιοποίηση γίνεται αντιληπτή ως το αποτέλεσμα ενός υλισμού που απειλεί εξ ορισμού την πολιτισμική ακεραιότητα των εθνών. Η επιβολή ενός φρενήρους οικονομικού ανταγωνισμού που ασταμάτητα θέτει όρια στη ρυθμιστική δράση των πολιτικών θεσμών, είναι εδώ λιγότερο συνώνυμο της εξαθλίωσης και των κοινωνικών ανισοτήτων όσο μιας αμφισβήτησης των παραδοσιακών οργανικών κοινοτήτων. Ο υπερφιλελευθερισμός δεν τυγχάνει κριτικής στο όνομα εξισωτικών αξιών: το οικονομικό πρόγραμμα του Μετώπου παραμένει ουσιωδώς φιλελεύθερο, μαζί με μια ισχυρή δόση προστατευτισμού.

Η απόρριψη των πολιτικών και κοινωνικών διαιρέσεων

Η απόρριψη των πολιτικών και κοινωνικών διαιρέσεων είναι άλλο ένα δάνειο από την G.R.E.C.E.. Σύμφωνα με τη θέση «ούτε δεξιός ούτε αριστερός …Γάλλος», αυτές οι διαιρέσεις έγιναν απαρχαιωμένες, την ίδια ώρα που δεξιά και αριστερά εφαρμόζουν παρόμοιες πολιτικές. Ταυτόχρονα, διαχωρίζουν το έθνος σε μια συγκυρία όπου θα ήταν μάλλον επείγον να συνενωθεί, για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη συνθήκη «παρακμής» που μαστίζει τη χώρα. Ο Samuel Maréchal, πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου Νεολαίας (1994) κατά τη δεκαετία του ’80, καθώς και γαμπρός του Le Pen, γράφει σε μια τέτοια οπτική: «Είναι αναντίλεκτο ότι όταν κηρύσσουμε το τέλος των διαιρέσεων …δεν πρόκειται για μια κάποια ανακατανομή της τράπουλας ή για ένα νέο εκλογικό βαλέ, όσο για μια ριζοσπαστική αλλαγή του πολιτικού τοπίου, όπως επίσης και για το τέλος αυτού του ύπουλου εμφύλιου πολέμου που κάνει να αντιπαρατίθεται τεχνητά ένα τμήμα του γαλλικού λαού απέναντι σε ένα άλλο, σε αποκλειστικό όφελος των Γάλλων πολιτικών».
Κατά το παράδειγμα της G.R.E.C.E., η απόρριψη των διαιρέσεων εγγράφεται στην ταυτοτική ακροδεξιά εμμονή. Αντί να διαιρούνται για ζητήματα κοινωνικά και πολιτικά, οι Γάλλοι – οπωσδήποτε ευρωπαϊκής προέλευσης ή, μάλλον, καταγωγής – πρέπει να πυκνώσουν τις γραμμές γύρω από αυτό που έχουν κοινό: την ταυτότητα τους, σε εθνική και πολιτισμική έγκλιση. Το εθνικό σώμα πρέπει να μείνει καθαρό από κάθε εξωτερική μόλυνση – από τους μη-ευρωπαίους ξένους – καθώς και από κάθε ιδεολογία «ρήξης» που θέτει σε αμφισβήτηση την ομοιογένεια. Μια τέτοια ιδεολογία είναι και ο εξισωτισμός, είτε νοηθεί με την τοκβιλιανή έννοια της ισότητας συνθηκών είτε με τη σοσιαλιστική έννοια της πάλης ενάντια στις ταξικές ανισότητες.
Το κόμμα του Μετώπου οικειοποιήθηκε αυτή τη θεματική, καταμεσής μιας πολιτικής συγκυρίας, στην οποία η σκίαση του διαχωρισμού ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά στις αναπαραστάσεις των ατόμων δεν σταμάτησε να εντείνεται, εδώ και είκοσι χρόνια. Στη Γαλλία, αυτό το φαινόμενο αναδύθηκε με την ιδεολογική «επιστροφή» της αριστεράς, η οποία μετά την άνοδο της στην εξουσία το 1981, πέρασε από ένα σοσιαλισμό που παρουσιαζόταν σαν μια εναλλακτική στον καπιταλισμό σ’ ένα σοσιαλισμό που συμμερίζεται την «αρχή της πραγματικότητας» της οικονομίας της αγοράς. Η αλλαγή αυτή δεν ήταν άμοιρη επιπτώσεων ως προς τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η εκλογική διαμάχη αριστεράς και δεξιάς. Στο εξής, η αριστερά δεν διαθέτει πια ένα μεγάλο εναλλακτικό σχέδιο για να προτείνει, ενώ η δεξιά δεν είναι πια μόνη της στο πεδίο της φιλελεύθερης διαχείρισης, όπως και δεν μπορεί, από το ’89 κι έπειτα, να παρουσιάζεται ως η μοναδική έπαλξη απέναντι στο σοβιετικό κίνδυνο (Schweisguth, 1994). Καθώς η αριστερά συναγωνίζεται τη δεξιά στην ικανότητα διεύθυνσης της οικονομίας της αγοράς, η δεξιά υιοθετεί με τη σειρά της ένα σοσιαλδημοκρατικό λόγο, επιδεικνύοντας έγνοια για τα κοινωνικά ζητήματα. Αποφεύγει κάθε αναφορά στον οικονομικό υπερφιλελευθερισμό, κάτι που στάθηκε μοιραίο στις προεδρικές εκλογές του 1988. Η καμπάνια του Σιράκ το 1995, προσανατολισμένη στο περίφημο «κοινωνικό σχίσμα»,  εμφάνισε πειστικότερα αποτελέσματα. Δεν μένει αμφιβολία ότι, σε ένα τέτοιο περικείμενο, τα ιδεολογικά σημεία της δεξιάς και της αριστεράς εκπέμπουν ατελώς για ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος, το οποίο είναι πια πρόθυμο να αποστραφεί οριστικά την πολιτική. Έτσι, από το 1995 ως το 2002, το κομμάτι του εκλογικού σώματος που δεν αυτοπαρουσιάζεται ούτε δεξιό ούτε αριστερό ταλαντώνεται ανάμεσα στο 20 και το 25 % (Grunberg, Schweisguth, 2003).
    Η πρόταση του Εθνικού Μετώπου για αντικατάσταση της προβληματικής των τάξεων με την προβληματική της ταυτότητας ήταν ελκυστική για ένα κομμάτι της εργατικής τάξης που είχε οικονομικά περιθωριοποιηθεί και αισθανόταν προδομένο ή, εν πάση περιπτώσει, μη επαρκώς υπερασπισμένο από τα κόμματα της παραδοσιακής αριστεράς, αλλά και δεν μπορούσε να ψηφίσει το παραδοσιακό δεξιό κόμμα (Mayer, 1999). Η έντονα καταγγελτική ρητορική, από πλευράς του αρχηγού του Μετώπου, ενάντια στις «ελίτ» και στους «προνομιούχους» συγκρότησε έτσι ένα όχημα έκφρασης αυτής της κοινωνικής και πολιτικής αποκλήρωσης που βιώθηκε ως εγκατάλειψη (Perrineau, 1997). Αυτό εξηγεί και τα υψηλά ποσοστά που πέτυχε το Μέτωπο σε αυτές τις κατηγορίες εκλογέων. Κατά τη δεκαετία του ’90, η ψήφος για το Εθνικό Μέτωπο δεν παύει πραγματικά να αυξάνεται στους εργάτες, για να αγγίζει 30 % στις προεδρικές του 1995, 24 % στις κοινοβουλευτικές του 1997, καθιστώντας εκείνη την εποχή το Εθνικό Μέτωπο βασικό πολιτικό εκπρόσωπο του εκλογικού σώματος εργατικής προέλευσης. [8]  Ήταν, λοιπόν, λογικό για τον πρόεδρο του Εθνικού Μετώπου να ευαρεστηθεί με αυτό το δώρο, «αριστερίζοντας» ακόμη περισσότερο στον πολιτικό του λόγο, αλλά και δίχως αυτό να του κοστίζει πολλές παραχωρήσεις, στο βαθμό που σε κάθε περίπτωση έμενε εκτός κυβερνητικής συμμετοχής. [9]  Την ίδια στιγμή, η προώθηση της θεματικής «ούτε αριστερά ούτε δεξιά» του επέτρεπε να μην αποξενωθεί από το σύμπαν των καταστηματαρχών – εμπόρων και βιοτεχνών – που αποτελούσε το παραδοσιακό εκλογικό του σώμα.

Η παραγκωνισμένη δημοκρατία

    Πρόκειται, λοιπόν, για ένα Εθνικό Μέτωπο που αντιμάχεται εξίσου την ταξική διαίρεση και τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Την πρώτη, στο βαθμό που διαιρεί το έθνος, τον δεύτερο, επειδή διαφθείρει τις παραδοσιακές εθνικές αξίες. Όμως τα δυο φαινόμενα δεν είναι αναγώγιμα το ένα στο άλλο. Δεν είναι εμφανές ότι ο Λεπέναντιμάχεται τον καπιταλισμό, προκειμένου να τελειώνει με τις κοινωνικές ανισότητες. Η οικονομία και η πολιτική συνδέονται αναπόσπαστα για αυτόν με τη θεματική της ταυτότητας. Σε μια τέτοια προοπτική πρέπει να ερμηνευθεί και η αξίωση μιας προστατευτικής και εθνοκεντρικής πολιτικής, η απόρριψη της συνθήκης του Μάαστριχτ, του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, του ευρώ, των συμφωνιών της GATT ή του ΠΟΕ.[10]  Λιγότερο από το να γίνονται όλα αυτά αντιληπτά ως απειλή για τα κοινωνικά δικαιώματα ή τις δημοκρατικές αρχές, παρουσιάζονται ως απειλή για την ακεραιότητα της εθνικής ταυτότητας. Αυτό το νέο Εθνικό Μέτωπο δεν είναί πια ταυτοποιήσιμο με μια «άκρα δεξιά που θα ήταν καρικατούρα της δεξιάς» όπως συνοψίζει ο Pascal Perrineau (1997). Πράγματι, παρόλα αυτά, κινείται ακόμη περισσότερο στην ακροδεξιά, στο βαθμό που εγγράφεται εκτός του πολιτικού παιχνιδιού και κάθε συγκεκριμένης δημοκρατικής προοπτικής.    
Όσο κι αν η άκρα δεξιά οικειοποιείται εκ νέου το δημοκρατικό λεξιλόγιο – για παράδειγμα, βλέποντας στην παγκοσμιοποίηση μια «ολοκληρωτική» διάσταση –, η διαφοριστική της οπτική του κόσμου παραμένει ασύμβατη με τα θεμέλια του πλουραλισμού. Στο λόγο της, ο ουνιβερσαλισμός κι ο εξισωτισμός αφορούν μονάχα σε υπερατομικές οντότητες, που επιβάλλονται ντετερμινιστικά ως συλλογικότητα επάνω στα άτομα. Εάν σε πλανητικό επίπεδο, τίθεται ένα πρόταγμα ισότητας ανάμεσα στους πολιτισμούς, από μια σκοπιά, ωστόσο, εσωτερική ως προς το έθνος, δεν μπορούν να γίνουν πολίτες – και, άρα, να συμμετάσχουν στη συνάρθρωση δικαιωμάτων και καθηκόντων που διέπει την εθνική οντότητα – παρά μόνο αυτοί που μοιράζονται μια συγκεκριμένη κοινή καταγωγή. [11]  Σ’ αυτήν την οπτική, η πολιτειότητα αποδίδεται μόνο χάριν της εθνικής αλληλουχίας. Αυτό επιβάλλει και μια αυστηρή ανισότητα στο πλαίσιο δημοκρατικής δράσης. Η πολλαπλότητα αυτή δεν είναι πολιτική – με την έννοια που δίνει η Άρεντ στον όρο, δηλαδή ως κάτι που αναφέρεται στην πολλαπλότητα αναπαραστάσεων και αντιλήψεων που συνθέτουν την κοινότητα και την ελεύθερη έκφρασή τους στο δημόσιο χώρο – αλλά ουσιοκρατική: επιβάλλει την εγγραφή των ατόμων στην καταγωγική τους κουλτούρα.
    Στο εξής, η μόνη πολιτική πολικότητα που αναγνωρίζει το Εθνικό Μέτωπο δεν είναι ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά, αλλά ανάμεσα σε εθνικιστές, που στρατεύονται στη διατήρηση των εθνικών ταυτοτήτων, και σε αυτούς που προσδιορίζονται ως «κοσμοπολίτες». Ο όρος αυτός περιλαμβάνει τους οπαδούς της παγκοσμιοποίησης, τους ευρωπαϊστές-φεντεραλιστές (οι οποίοι συμβολίζουν μια δυνητική παραβίαση της καθαρής ταυτότητας) αλλά και τις φιλομεταναστευτικές οργανώσεις. Σε όλους αυτούς καταλογίζει τον κοινό σκοπό της εξαφάνισης των εθνικών, καθώς και πολιτισμικών, ιδιαιτεροτήτων, διαμέσου μιας εθνοπολιτισμικής απόσταξης. Οι «ιδεολογίες» αυτές, λοιπόν, τοποθετούνται εξίσου σε μια προβληματική περί ταυτότητας, αλλά στον αντίποδα του Εθνικού Μετώπου: διότι συνειδητά αναζητούν να καταστρέψουν την ταυτότητα των λαών.
Η αιτία της θέσης του κόμματος του Λεπένστο πολιτικό επίκεντρο είναι, ακριβώς, το ότι υπαγορεύει την ιδεολογική προβληματική του στο σύνολο των υπολοίπων πολιτικών τάσεων.

Συμπέρασμα

Αναγνωρίζουμε ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης μπορεί να εγείρει νόμιμες ανησυχίες, τόσο για το ενικό μοντέλο κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, όσο και για την αδιαφορία ως προς τις πολιτισμικές ιδιατερότητες. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως θυμίζει και ο Barber (1996, σ. 122), ότι είναι πριν από όλα πιθανό να υπάρχουν επιπτώσεις στις δημοκρατικές αρχές, «εγκαταλείποντας το κοινό αγαθό στα χέρια του ιδιωτικό τομέα», υποτάσσοντας «το δημόσιο συμφέρον στα μερικά συμφέροντα» και εγκαταλείποντας το πεδίο δημοκρατικής δράσης (τα έθνη-κράτη ή ακόμη και υπερεθνικές οντότητες όπως η ΕΕ). Αυτές ο θεματικές δεν ενδιαφέρουν τον Λεπέν. Το μόνο που μετράει στην οπτική του είναι η διατήρηση του πνευματικού χαρακτήρα του έθνους και της εθνικής ομοιογένειας. Ακόμη περισσότερο: η απόρριψη των πολιτικών και κοινωνικών διαιρέσεων που συναρθρώνονται γύρω από την αριστερά και τη δεξιά και μέσω των οποίων δομήθηκε ο δημοκρατικός πλουραλισμός φανερώνει αυτήν την απόπειρα παραγκωνισμού της δημοκρατικής πολλαπλότητας.
Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ότι το Μέτωπο προσαρμόστηκε πολύ έξυπνα στις ανατροπές της εποχής του, κάτι που του επέτρεψε να παραμένει πανταχού παρόν στο πολιτικό σκηνικό. Ο ταυτοτικός λόγος του εμφανίστηκε σε ένα περικείμενο, όπου το ζήτημα της σχέσης με τον Άλλο συγκρότησε ένα από τα πιο σημαντικά πολιτικά διακυβεύματα, ήδη από την προηγούμενη δεκαετία. Το φανερώνουν αυτό τα ζητήματα που συνδέονται με τη μετανάστευση (άνθρωποι χωρίς χαρτιά, τροποποιήσεις του Κώδικα Ιθαγένειας, διοικητικές και ποινικές καταδίκες, μοντέλα ενσωμάτωσης), με την ταυτότητα του Γάλλου στους κόλπους της ΕΕ, με το θέμα της ισλαμικής μαντίλας στο δημόσιο σχολείο κοκ. Εδώ και είκοσι χρόνια, αυτά δεν σταματούν να διανθίζουν τη γαλλική δημόσια διαμάχη, δυναμώνοντας, ωστόσο, κατ’ αντίστροφο αποτέλεσμα το Εθνικό Μέτωπο. Εξάλλου, η απόρριψη των κοινωνικών και πολιτικών διαιρέσεων ανταποκρίθηκε σε μια πολιτική συγκυρία, εντός της οποίας αυτές έτειναν να καταστούν πραγματικά ασαφείς στις αναπαραστάσεις των ατόμων.

Μολονότι λίγες αμφιβολίες μπορούν να διατυπωθούν για το γεγονός ότι το Εθνικό Μέτωπο είναι πράγματι ένα ακροδεξιό κόμμα, του οποίου η ιδεολογία υποσκάπτει στην εφαρμογή της τα δημοκρατικά θεμέλια, η προσαρμογή του στις σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές προβληματικές συμβάλλει, αναμφίβολα, στη νομιμοποίηση του λόγου του, ενώπιον ενός επισφαλούς εκλογικού σώματος, που δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό του στο δεδομένο πολιτικό τοπίο, νιώθει εγκατάλειψη από τους πολιτικούς και δημόσιους θεσμούς, δεν βλέπει να προτείνονται κατάλληλα εργαλεία για την πολιτική αντιπαράθεση με τις νέες ωφελιμιστικές απειλές της παγκοσμιοποίησης. Αυτό το σώμα μπορεί πράγματι να στραφεί στις πιο αγελαίες κοινοτιστικές ταυτότητες. Υπάρχει ο κίνδυνος αυτές να γίνουν αντιληπτές ως η ύστατη αποτελεσματική εναλλακτική προοπτική, σ’ έναν κόσμο όπου ηγεμονεύει ολοένα και πιο έντονα η απορρύθμιση, πολλαπλασιάζεται η εξαθλίωση, αποδομούνται αληθινά οι κοινωνικοί δεσμοί, τόσο οι πολιτικοί όσο και οι πολιτισμικοί. Από την ικανότητα να κινητοποιηθεί ένα τέτοιο αποκληρωμένο σώμα, υπ’ αριθμόν ένα θύμα του εμπορευματικού ωφελιμισμού, θα εξαρτηθούν και οι επιτυχίες ή αποτυχίες των προοδευτικών κινημάτων που στρατεύονται στις δημοκρατικές αξίες, απέναντι στη διπλή απειλή, τόσο της φρενήρους παγκοσμιοποίησης όσο και του ταυτοτικού αλυτρωτισμού.


[1] Πρώτη δημοσίευση: Sylvain Crépon « Anti-utilitarisme et déterminisme identitaire », Revue du MAUSS, 2006, n° 27, pp. 240-251.

[2] Ο Bruno Gollnisch το ξαναπιάνει, το Δεκέμβριο του 1995, σε ένα λόγο που απευθύνεται στα νέα στελέχη του Εθνικού Μετώπου. Σε ότι αφορά στον ίδιο τον Le Pen, αυτός εισηγείται στην προεδρική καμπάνια του 2002 ότι είναι «κοινωνικά αριστερός και οικονομικά δεξιός».

[3] Αυτή η αναγέννηση θυμίζει αρκετά και το δόγμα «ούτε αριστερός ούτε δεξιός» που εισήγαγε πρώτο το Λαϊκό Κόμμα του Jacques Doriot, καταδικάζοντας, στην εποχή του, τον εμπορευματικό καπιταλιστικό ωφελιμισμό και θεωρώντας τον καταστροφικό για την ψυχή των λαών.

[4] Εμμένοντας ισχυρά στην κριτική του εμπορευματικού ωφελιμισμού, ο Benoist, χρησιμοποίησε για λογαριασμό του έως και τη «σημειολογία του δώρου» που επεξεργάστηκε ο Mauss. Ο Benoist επιχείρησε, εδώ και τουλάχιστο δέκα χρόνια, μια προσέγγιση με τις προοδευτικές δομές, στοχαζόμενος πάνω στις εξελίξεις των σύγχρονων οικονομικών διαδικασιών και στη συγκρότηση μιας εναλλακτικής πρότασης. Όπως και να έχει, ακόμη κι αν ο «εχθρός» είναι κοινός, οι αξίες που παρακινούν στην καταδίκη του και οι εναλλακτικές που προτείνονται παραμένουν μη - αναγώγιμες η μια στην άλλη. Αρχής γενομένης από τον τρόπο αντιμετώπισης της αρχής της ισότητας, ο οποίος παραμένει για τη G.R.E.C.E. θεμελιακά ολιστικός και παρακάμπτει εντελώς την ισότητα των ατόμων. Παραπέμπω, εδώ, στη διαφωτιστική κριτική ανάλυση του A. Caillé (1991).

[5] Στις δεκαετίες 70 και 80, κάποια μέλη του Club de l’Horloge, οργάνωση αρχικά συμπληρωματική προς την G.R.E.C.E. και η οποία αποσκοπούσε στη διείσδυση στο μεγάλο κόμμα της δεξιάς, εντάσσονται στο Εθνικό Μέτωπο. Ανάμεσα τους, οι Jean-Yves Le Gallou και Bruno Mégret. Εγγύτεροι προς τις δεξιές θέσεις του Εθνικού Μετώπου, πράγμα που θα επιφέρει μια ρήξη με την G.R.E.C.E. στη δεκαετία του ’80, τα μέλη του Club κουβαλούν, ωστόσο, τη σημειολογία του διαφορισμού.

[6] Η G.R.E.C.E. κηρύττει ένα νεοπαγανισμό, ενώ το Εθνικό Μέτωπο στηρίζει τον παραδοσιακό καθολικισμό.

[7] Λεπέν, λόγος της 2 Φεβρουαρίου 2003 στο Παρίσι, σε εκδήλωση υποστήριξης της οργάνωσης «SOS Παιδιά του Ιράκ» (οργάνωση που δημιουργήθηκε από τη γυναίκα του Janie και της οποίας ο σκοπός συνίστατο στο να προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια στο Ιράκ κατά το εμπάργκο που είχε κηρύξει το ΝΑΤΟ).

[8] Πηγή: μετεκλογικές δημοσκοπήσεις SOFRES. Παραπέμπονται από P. Perrineau (1997). Στις προεδρικές του 2002, οι εργάτες ψήφισαν Λεπέν στον πρώτο γύρο κατά 24 % και κατά 25 % στο δεύτερο, αλλά το νούμερο έπεσε στο 13%, κατά τις κοινοβουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν

[9] Έτσι, την πρώτη Μαΐου 1997,  στην προσφώνηση που κλείνει την παραδοσιακή γιορτή που κάνει το Εθνικό Μέτωπο προς τιμήν της Ιωάννας της Λοραίνης, ο Λεπέν τιμάει τους αγώνες για τις κοινωνικές κατακτήσεις: «Σίγουρα και δόξα τω Θεώ, για εμάς τουλάχιστον, ακόμα κι αν υπάρχουν ακόμη επίπονα και επικίνδυνα επαγγέλματα, τα οποία ως τέτοια δεν λαμβάνουν το μισθό και την αναγνώριση που θα τους άξιζε, ας παραδεχθούμε ότι έχει πραγματοποιηθεί πρόοδος και αυτό, πρέπει να το πούμε, οφείλεται περισσότερο στους αγώνες των εργαζομένων και λιγότερο στην επιείκεια των προνομιούχων». Προσθέτει, εξάλλου, ένα στοιχείο με ιδιαίτερη απόχρωση: «Ακόμη και αν, ειδικά στη δεξιά, διάφορα γενναιόδωρα και διαυγή πνεύματα επιχείρησαν να απελευθερώσουν τους εργαζόμενους από την προλεταριακή δουλεία».

[10] Πρέπει να υποδειχθεί ότι η G.R.E.C.E. απομακρύνθηκε η ίδια, στο διάβα της δεκαετίας του ’80, από την αναφορά στο έθνος, προς όφελος περισσότερο περιφερειοκεντρικών διακηρύξεων, ενσωματωμένων ακέραια στην προοπτική της ΕΕ. Αυτό ώθησε και τον Μπενουά να υποστηρίξει την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος.

[11] Είναι εξόχως σημαίνον ότι τα συνδικάτα που προσπάθησε το Εθνικό Μέτωπο να ιδρύσει το ’90 διεκδίκησαν ουσιαστικά την υπεράσπιση των «Γάλλων εργαζομένων», εγγράφοντας έτσι τις κοινωνικές διεκδικήσεις τους στο λόγο περί ταυτότητας.

Mετάφραση: Στέργιος Μήτας

Barber B., 1996, Djihad versus McWorld. Mondialisation et intégrisme contre la démocratie, Desclée de Brouwer, Paris.
Caillé A., 1991, « Questions à A. de Benoist », La Revue du MAUSS, n° 1 , e trimestre.
Chebel d’Appollonia A., 1988, L’extrême droite en France, de Maurras à Le Pen, éditions Complexe, Bruxelles.
De Benoist A., Champetier C., 1999, « Manifeste : la nouvelle droite de l’an 2000 », Éléments, n° 94, février.
Dumont L., 1983, Essais sur l’individualisme, Le Seuil, Paris.
Front national, 199 , 300 Mesures pour la renaissance de la France, Programme de gouvernement, éditions nationales, Paris.
Grunberg G., Schweisguth E., 2003, « La tripartition de l’espace politique » in p errineau P., y smal C. (sous la dir. de), Le Vote de tous les refus, FnSP, Paris.
ΛεπένJ.-M., 2003a, « Vive l’Irak ! », National Hebdo, n° 976,3-9 avril.
– 2003b, discours de clôture du congrès du Fn à nice, lundi 21 avril 2003, National Hebdo, n° 979,24-30 avril.
Maréchal S., 1994, Ni droite ni gauche… Français. Contre la pensée unique, l’autre politique, Première Ligne, Paris.
Mayer n., 1999, Ces Français qui votent FN, Flammarion, Paris.
Perrineau P., 1997, Le Symptôme Le Pen, Fayard, Paris.
– 2003, « La surprise lepéniste et sa suite législative », in p errineau P., y smal C. (sous la dir. de), Le Vote de tous les refus, op. cit.
Schweisguth E., 1994,, « L’affaiblissement du clivage gauche-droite », in p errineau P. (sous la dir. de), L’Engagement politique. Déclin ou mutation ?, FnSP, Paris.
Taguieff P. A., 1994, Sur la nouvelle droite, Descartes & Cie, Paris.


   



Συλβάν Κρεπόν
RED
Notebook
7 Μαΐου 2011 - 2:02 pm | Συλβάν Κρεπόν
 
Εισαγωγή σχολίου
Τα σχόλια που αποστέλλονται ενδέχεται να μην περάσουν αρχικά από διαδικασία έγκρισης. Διαβάστε προσεκτικά τους όρους χρήσης. Χρησιμοποιήστε την διαδικασία αναφοράς όποτε χρειάζεται.
Όνομα:
Email (δεν δημοσιεύεται):
URL:
Σχόλιο:
ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ:<b></b>, <i></i> - ΓΙΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΤΕ ΤΟ ENTER
 
Πόσο κάνει πέντε και δύο;
Βοηθήστε μας να αποφύγουμε τα spam μηνύματα απαντώντας στην απλή ερώτηση που βλέπετε παραπάνω.
Εαν θέλετε να χρησιμοποιήσετε avatar εγγραφείτε δωρεάν στο gravatar.com. Η συμμετοχή σας πρέπει να γίνεται πάντα σύμφωνα με τους όρους χρήσης. Σχετικό link στο κάτω μέρος της σελίδας.
     
Σχετικά
 
Καμίνης και μεταναστευτικό: η μεταμόρφωση
Ελένη Τάκου
24/05/2014
Της Ελένης Τάκου
 
 
Η ΝΔ το χειρότερο το κράταγε για το τέλος: ξανάφερε τη Χρυσή Αυγή στο προσκήνιο
Δημήτρης Χριστόπουλος
23/05/2014
Η ανάδειξη της Χρυσής Αυγής σε ρυθμιστή των εκλογών στην πρωτεύουσα και το Λεκανοπέδιο Αττικής αποτελεί στίγμα που δεν θα ξεθωριάσει εύκολα
 
 
Η Ε.Ε.: ο χρήσιμος ηλίθιος;
René Heilig
6/05/2014
Στα δυτικά τμήματα της ουκρανικής επικράτειας κυματίζουν εντελώς αυτονόητα, πλάι στα γαλαζο-κίτρινα εθνικά χρώματα, ερυθρόμαυρες σημαίες. Είναι οι σημαίες της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών (OUN), η οποία ιδρύθηκε στη Βιέννη το 1929. Υπό τα συνθήματα «Ε.Ε.» και «πολιτικά δικαιώματα», πραγματοποιούνται εκεί όνειρα, περισσότερο από όσο θα προσδοκούσε ο Στέπαν Μπαντέρα (1909-1959)
 
 
Εργαλεία
       
 
 
 
     
  24 Μαΐου 2014 - 3:22 pm  
  Γιατί ο Καμίνης δεν είναι ο αθηναίος Μπουτάρης
Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου
 
     
  Προς στιγμή, σε κάποια σημεία, ο Γιώργος Καμίνης και ο Γιάννης Μπουτάρης ομοιάζουν, κυρίως στην προτεραιότητα του ελεύθερου επιχειρείν και στην αντιπάθεια προς το συναθροίζεσθαι. Πρόκειται, ωστόσο, για δύο ασυμπτωτικές τετραετίες, από τις οποίες προκύπτουν δύο πολύ διαφορετικές πόλεις
     
 
  20 Μαΐου 2014 - 1:16 pm  
  Αλέξης Μπένος: Τα κινήματα βασικό στοιχείο της πολιτικής μας
Συνέντευξη στον Αδάμο Ζαχαριάδη
 
     
  Η κριτική στην ψήφο ανάθεσης είναι συνυφασμένη με την ίδια την ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί σύνθεση κινημάτων και έφτασε στη σημερινή δύναμή του με βάση την κινηματική του δράση και όχι την πειθώ μαυρογιαλούρικου τύπου «ψηφίστε μας και θα καθαρίσουμε εμείς για όλα σας τα προβλήματα».
     
 
  22 Μαΐου 2014 - 10:14 am  
  Η Κεντροαριστερά και το βιοπολιτικό διοικητικό κράτος
Δημήτρης Μπελαντής
 
     
  Μια σοβαρή διάσταση του πρώτου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών αποτέλεσε η αρκετά έως πολύ καλή επίδοση της Κεντροαριστεράς (Ελιά, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι κλπ) και ιδιαίτερα της Ελιάς στους μεγάλους δήμους (Καμίνης, Μπουτάρης), αλλά και σε πολλές από τις περιφέρειες (οι εκπρόσωποι της Κεντροαριστεράς μετέχουν στον δεύτερο γύρο σε 7 από τις 12 περιφέρειες έναντι 5 του ΣΥΡΙΖΑ)
     
 
  21 Μαΐου 2014 - 3:42 pm  
  Υγεία και πνευματικά δικαιώματα
Παναγιώτης Κουρουμπλής
 
     
  Η αδυναμία πρόσβασης μεγάλης μερίδας του πληθυσμού σε αναγκαία φάρμακα είναι από τις πιο σημαντικές πτυχές της υγειονομικής κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα. Για το φαινόμενο των ανασφάλιστων καρκινοπαθών που αναγκάζονται να διακόψουν τη θεραπεία τους επειδή δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος της ιδίοις πόροις, η κυβέρνηση φέρει βαρύτατη ευθύνη, διότι υπάρχουν λύσεις στο πρόβλημα της πρόσβασης σε φθηνά φάρμακα ακόμα και εντός του μνημονιακού πλαισίου.
     
 
 
   
Footer
 
         
 
Λέξεις-κλειδιά
 
εκλογές × ΣΥΡΙΖΑ × Arno Minkkinen Biennale CGIL Corpus Christi Dow Jones Newswires dubstep John Parish performance Pussy Riot RootlessRoot Αδέσμευτη Γνώμη Αθήνα αντιρατσιστικό συλλαλητήριο Αριστερά άστεγοι αυτονομία ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ δημοσιονομικός πολλαπλασιαστή Έβρος ΕΚΤ Ευρώπη θάλασσα Ιντιφάντα κάλαντα Καλλικράτης Κάσσελ ΚΕΝΤΡΟ Κινηματογράφος Κόκκινο Κρίση Κύπρος Μαρία Κανελλοπούλου ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ μήκους Νιαουνάκης Παπαδάτος ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΣΥΡΙΖΑ τι σου ζητάνε; Τρόικα χρέος Ψαριανός Ψημίτης 1 ευρώ 11 Μάη 12 Φεβρουαρίου 13% 14 Νοεμβρίου 15χρονη 17 17 Νοέμβρη 17Ν 19/7/2012 19ος αιώνας 2 νεκροί στο Μανχατταν 20 Οκτωβρίου 20ος 22 πράγματα 24ωρη 25ευρο 25η 25η Μαρτίου 26 272 μέρες απεργίας 28η 28η Οκτωβρίου 2ρουφ 300 3000 ευρώ 34 νεκροί στην Αφρική 3E 40 χρόνια 48ωρη 4η Αυγούστου 4η Διεθνής 6 αντιρατσιστική γιορτή 6 Δεκεμβρίου 6 μέρες 6 τρις 6ο 6ο διαμέρισμα 8 Μάρτη 80s 8η Μάρτη 99%
  Αρχείο:
Πλήρες αρχείο θεμάτων

Επικοινωνία:
info@rednotebook.gr
 
         
 
  Powered by Byte² | Bitsnbytes.gr