Αναζήτηση:  
 
 
 
   
 
Nymphomaniac Μέρος Β: Η «Εις Άδου Κάθοδος»
Η ηρωίδα του Τρίερ μοιάζει ως εάν να είναι η πιστή υποστασιοποίηση της ζωικής Εύας που εκμηδενίζεται για να δημιουργήσει, γεγονός το οποίο παραπέμπει αναγκαστικά στη δημιουργική διεργασία της διαστροφής
 
Του Γιώργου Νικολαΐδη


Το ότι ο ΘΕΟΣ είναι μια σπιτωμένη πόρνη και τρελή είναι κάτι που δεν έχει καμία σχέση με τη λογική

 Ζωρζ Μπατάιγ, Μαντάμ Εντουαρντά

Η συνέχεια του Nymphomaniac αφηγηματικά δεν παρεξέκλινε από τη γραμμή πλεύσης που ο Δανός σκηνοθέτης είχε ήδη χαράξει στο πρώτο μέρος της ταινίας. Έτσι, με το βασικό ζεύγος ρόλων της νυμφομανούς που ενσαρκώνει τη ζωική vis vitalis των ορμέμφυτων, από τη μια, και του συζητητή που συμπυκνώνει το σύμπλοκο ρασιοναλισμού και ουμανισμού, από την άλλη, η πρωταγωνίστρια Τζο συνεχίζει την αφήγηση των περιπετειών της ζωής της στον Σέλιγκμαν και περιγράφει τη δική της εκδοχή για την «Εις Άδου Κάθοδον». Η Τζο διηγείται την περιπλάνησή της στα βαθιά νερά του σαδομαζοχισμού, την εκούσια θυματοποίησή της, την εξερεύνηση των σκοτεινών ατραπών της βίας, συμμειγμένης ή αποκαθαρμένης από την ορατή σεξουαλικότητα, του πειρασμού του φόνου, της φθοράς και της απώλειας, μια περιπλάνηση που αφετηρία έχει τη σταδιακά μετά το θάνατο του πατέρα της συνειδητοποιούμενη ανηδονία της, την απελπισμένη αναζήτηση της απολεσθείσας ικανότητάς της για ερωτική συγκίνηση.

Ωστόσο θα έλεγε κανείς ότι στο δεύτερο μέρος της η ταινία αποδεικνύει όχι μόνο πως δεν είναι καθόλου πορνογραφική αλλά αντιθέτως πως είναι βαθιά θρησκευτικού χαρακτήρα: η προβληματική του σκηνοθέτη καλεί ευθέως το θεατή να βαδίσει στα μονοπάτια του υπερβατικού. Ευθύς εξαρχής ο Τρίερ επισημαίνει τη διάσταση Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανικής Εκκλησίας εντοπίζοντας τη διαφοροποίηση στο ειδικό βάρος της ενοχής και του μαρτυρίου στις δυο εκδοχές της χριστιανοσύνης. Και μοιάζει ως εάν όλο το υπόλοιπο έργο να ξετυλίγεται με φόντο αυτήν ακριβώς τη διαφορά. Η Τζο όμως –σαν σε μια ειρωνεία αναπαράστασης της ανόδου και της πτώσης των ευρωπαϊκών πολιτισμών– διαγράφει την πορεία από την Ανατολή προς τη Δύση, από τη δοξολογία δηλαδή του μεγαλείου του Θεού προς τα μαρτύρια, την καρτερία και την υπομονή της Πτώσης.

Ο Τρίερ σε αυτό το σημείο, ίσως όντας μυημένος κάπως εξωτερικά στην αρχιτεκτονική της Ανατολικής Ορθόδοξης χριστιανοσύνης, επιμένει στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα ως κεντρικής απεικόνισης της τελευταίας, συνδέοντας με αυτόν τον τρόπο την καφκική μεταμόρφωση της ηρωίδας του από «νύμφη» ή και «νυμφίδιο» σε «νυμφομανή». Μόνο που στη φανταστική του αυτή απεικόνιση η Τζο, στεφανωμένη με δόξα και βγαλμένη μέσα από το πυρ το εξώτερο μιας ζωής γεμάτης βία και διαρκές αίσθημα ανικανοποίητου στην αναζήτηση νοήματος, περιστοιχίζεται από τη Μεσσαλίνα και την Πόρνη της Βαβυλώνας, κάνοντας έτσι μια σαφή αναφορά στην ταυτοποίηση του ιερού ή του θρησκευτικού με τον ερωτισμό που μας αποκάλυψε τόσο ανάγλυφα το έργο του Ζωρζ Μπατάιγ: «Μια βία που είναι βίαιη με τόσο θείο τρόπο αίρει το θύμα πάνω από τον επίπεδο κόσμο όπου οι άνθρωποι διάγουν τον υπολογισμένο τους βίο».

Εκείνο που μολαταύτα μοιάζει να αποτελεί το υπόβαθρο αυτής της διαδρομής του Μαρτυρίου, της κίνησης από την Ανατολή προς τη Δύση είναι η εορταστική διαδρομή τής «Εις Άδου Καθόδου», μια διαδρομή όχι απλά οδύνης και βασάνου, αλλά πρωταρχικά θριάμβου επί του θανάτου. Η Τζο στην εναγώνια προσπάθειά της να βρει την ηδονή, το νόημα και τη συγκίνηση, μοιάζει σαν να οφείλει να θυματοποιείται με κάθε δυνατό τρόπο, να αναζητά μαζοχιστικά την οδύνη, να υφίσταται καρτερικά και εκκούσια κάθε είδους ταπεινώσεις και εξευτελισμούς, προκειμένου να μπορέσει να λάμψει κατά τη μεταμόρφωσή της, να ορθωθεί στη θέση του θύτη η ίδια, σαν ιέρεια αρχέγονης θρησκείας, για να σώσει το θείο από τις μικρόνοιες, τις κακίες, τους υπολογισμούς και τις δολιότητες ενός κόσμου βαθιά ανίερου, βαθιά βουτηγμένου στην εκμετάλλευση. Η πρωταγωνίστρια του Τρίερ δεν κάνει ό,τι κάνει ούτε για τα χρήματα ούτε για την εξουσία ούτε για την κατοχή κανενός: το κάνει για να διασώσει την αναζήτηση της ηδονής, τη ζωή την ίδια και την αναζήτηση του Άλλου απέναντι σε ένα κόσμο τόσο κυριαρχημένο από την Ενόρμηση του Θανάτου ως εάν να ήταν μια ολοκληρωτική αναστροφή του νιτσεϊκού δολοφόνου που «σκοτώνει για τη χαρά του μαχαιριού». Η Τζο σκοτώνεται, αναλώνεται για τη χαρά της ανάλωσης, αλλά είναι μέσω αυτής ακριβώς της εκμηδένισης που καθίσταται δυνατή η διατήρηση και ο θρίαμβος της ζωής. Όπως το έθεσε ο Γρηγόριος Νύσσης: «Διά του θανάτου έστησεν, της φθοράς την ενέργειαν, και τούτο έστιν η του θανάτου κατάλυσις». Ή αλλιώς, όπως θα το έθετε και ο Μπατάιγ, «για μας που είμαστε ασυνεχή όντα, ο θάνατος έχει το νόημα της αλληλουχίας τού είναι».

Και σε αυτό το σημείο η ταινία του Τρίερ μένει προσηλωμένη σε μια χριστιανική οπτική της δογματικής της Ανατολικής Εκκλησίας πρωτίστως, κι ο ίδιος απομακρύνεται από την προτεσταντική του (ένεκα Σκανδιναβός) επιταγή και παρακαταθήκη. Στη Γένεση άλλωστε πουθενά δεν αναφέρονται οι φράσεις «Πτώση» ή «Προπατορικό Αμάρτημα». Στο ίδιο αυτό κείμενο της Γένεσης, οι Πρωτόπλαστοι μετά τη βρώση του μήλου της γνώσης του καλού και του κακού δεν φεύγουν από την Εδέμ τάχα μου διωγμένοι από τον Γιαχβέ, όπως η –δυτική ως επί το πλείστον– εικονογραφία θα αναπαραστήσει αιώνες μετά τη συγγραφή του ιερού αυτού Βιβλίου. Το πρώτο όμως που παθαίνουν είναι να ανακαλύψουν με ενοχή πως είναι γυμνοί και σπεύδουν να καλύψουν το σώμα τους. Κι ακόμα ο Γιαχβέ, που ονομάτιζε ένα-ένα τα δημιουργήματά του, θα μετονομάσει την Αδάμα (Adamah, δηλαδή «γήινη», «χωμάτινη») ή Ίσα (Isha, το θηλυκό του άνδρα, η «ανδρ-ίνα»), όπως μέχρι εκείνου του σημείου λεγόταν η Πρωτόπλαστη, με τη φράση «θα σε αποκαλέσουν Εύα» (Hawah, δηλαδή «ζωντανή»). Μια ζωή όμως που ως θνητή υπόκειται πλέον στην οικονομία της αέναης δαπάνης και επανα-δημιουργίας. Ο λόγος και πάλι στον Μπατάιγ: «Η αγωνία συνιστά καθώς φαίνεται την ανθρωπινότητα, όχι μόνη η αγωνία αλλά η ξεπερασμένη αγωνία, το ξεπέρασμα της αγωνίας. Στην ουσία της η ζωή είναι μια υπερβολή, είναι η διασπάθιση της ζωής. Εξαντλεί τις δυνάμεις και τους πόρους της χωρίς να αναγνωρίζει όρια. Παρόμοια εκμηδενίζει ό,τι δημιούργησε». Η ηρωίδα του Τρίερ μοιάζει ως εάν να είναι η πιστή υποστασιοποίηση της ζωικής Εύας που εκμηδενίζεται για να δημιουργήσει, γεγονός το οποίο παραπέμπει αναγκαστικά στη δημιουργική διεργασία της διαστροφής (όπως άλλωστε πολύ γλαφυρά είχε υπογραμμίσει το σύνθημα του Γαλλικού Μάη «Δημιουργήστε νέες διαστροφές!»).

Αερικό λοιπόν και η Τζο της ταινίας, θα διαδράμει το βίο της πληρώνοντας το τίμημα της αυτογνωσίας της. Μόνο που σε αυτή τη διαδρομή θα έχει να αναμετριέται διαρκώς με το ερώτημα αν αυτή η περιπλάνηση είναι ως τέτοια έμπλεος νοήματος ή αν αντίθετα δεν είναι παρά μια «πλάνη», όπως έλεγε και η Βαρντά στο Δίχως στέγη, δίχως νόμο. Και όταν στην ψυχοθεραπευτική ομάδα για σεξουαλικώς εθισμένους που περίπου υποχρεωτικά την έστειλαν (ως μέρος του μαρτυρίου της!) θα διακηρύξει φεύγοντας «δεν είμαι εθισμένη, είμαι νυμφομανής!», εκεί ακριβώς είναι που θα ξεκινήσει τη χειραφέτησή της. Άλλωστε, είτε στα άτομα είτε στα έθνη, η χειραφέτηση ξεκινάει πάντα από μια διακήρυξη αυτοπροσδιορισμού. Κάτι που για άλλη μια φορά υπογραμμίζει την αναφορά στην εύστοχη επισήμανση του Γάλλου ψυχαναλυτή Ζαν Λαπλάνς πως η ετυμολογία της επανάστασης και της εξέγερσης (revolution, revolt) στις λατινογενείς γλώσσες έλκει την καταγωγή της από την Κοπερνίκεια Επανάσταση, η οποία έθεσε τούς μέχρι τότε «πλάνητες αστέρες» της αρχαιοελληνικής αστρονομίας σε περιστροφική τροχιά (revolving planets). Στη διαλεκτική, λοιπόν, αυτή της περιπλάνησης και της εξέγερσης κρίσιμη στιγμή θα αποτελέσει το κοίταγμα στον καθρέφτη, η ενατένιση του εαυτού, η αναγνώρισή του.

Η ενατένιση του εαυτού, όμως, μας ξαναγυρίζει στη σεξουαλικότητα, ήτοι το ναρκισσισμό, που ωστόσο υπάρχει διφυώς, π.χ. στην ψυχοδυναμική θεωρία, ως δευτερογενής και πρωτογενής, εκκινούμενος αντίστοιχα από την Ενόρμηση της Ζωής αλλά και από εκείνη του Θανάτου. Η Τζο του Τρίερ στο σταυροδρόμι των επιλογών προχωρά προς την αυτοπραγμάτωσή της διαλέγοντας το μοναχικό μονοπάτι του νιτσεϊκού Υπερανθρώπου. Στη διαδικασία αυτή της χειραφέτησής της, όμως, η πρωταγωνίστρια θα πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί με τη βία: βία σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική. Βία διαπροσωπική και βία θεσμική. Βία που θα ασκήσει, όπως ακριβώς ασκήθηκε σε αυτήν. Βία που στον αέναο κύκλο της διαδοχής της πραγματικής ζωής θα ασκήσει και θα υποστεί η μικρότερή της αντίζηλος για τα μάτια του ίδιου άντρα, του άντρα στην αφαίρεσή του, του οποίου τη θέση της ερωτικής συντρόφου θα έμελλε να πάρει αφού υποβληθεί στα ίδια ακριβώς μαρτύρια της αγάπης εκείνη την οποία είχε σαν κόρη της. Έτσι, ο Δανός σκηνοθέτης μας παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για την αναπαράσταση αφενός μεν του αυτοπροσδιορισμού αλλά και της εκ των υστέρων επανερωτικοποίησης του εαυτού και αφετέρου των συγκρούσεων στις οποίες οδηγεί αναπόδραστα η ανάδυση του υποκειμένου. Το γεγονός δε πως αυτή η διαδικασία της συγκρότησης του υποκειμένου είναι η κατ’ εξοχήν ιερή και συνάμα επαναστατική πράξη απεικονίζεται από τη βίαιη και παραβατική συμπεριφορά της πρωταγωνίστριας στην τελευταία φάση της μεταμόρφωσής της, κάτι για το οποίο άλλωστε μας έχουν υποψιάσει ο Χέγκελ και ο Καντ: το υποκείμενο βγαίνει μέσα από τη «νύχτα της ριζικής τρέλας» της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, ορθώνεται σαν «κενό σύνολο» μέσα στην καντιανή λογική. Και είτε κανείς απλώς το δέχεται και δεν κάνει περαιτέρω ερωτήσεις, μυστικοποιώντας το, ξεκινώντας από τη ριζική του υπόσταση (ρέποντας έτσι αναγκαστικά στον φιχτεϊκό υποκειμενισμό) είτε μπορεί να αντιληφθεί τη συγκρότηση του υποκειμένου ως θεμελιωδώς επαναστατική πράξη. Μια (εξ)έγερση, μια επανάσταση στις εσχατιές της Ζωής και του Θανάτου, της βίας και της σεξουαλικότητας όπως –άλλη μια φορά!– ο Μπατάιγ προείπε: «Μολονότι η βία του θανάτου ανατρέπει εξ ολοκλήρου –τελεσίδικα– το οικοδόμημα της ζωής, η σεξουαλική βία ανατρέπει σε ένα σημείο, για ένα διάστημα, τη δομή του οικοδομήματος».

Παράλληλα, η ταινία αποτελεί μια απόδοση φόρου τιμής σε κορυφαίους δημιουργούς της Έβδομης Τέχνης, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Τρίερ αναγνωρίζει, με κορυφαία αναφορά μάλλον στη Θυσία του Ταρκόφσκι. Το σκηνικό της σεξουαλικής θυματοποίησης διά μέσου της οποίας επέρχεται η σωτηρία, η σκηνή με το μοναχικό δέντρο που ταυτίζεται με την ανθρώπινη ψυχή, τα πλάνα των φυσικών τοπίων, όλα ετούτα παραπέμπουν σαφώς στο αριστούργημα του Σοβιετικού κινηματογραφιστή αλλά και στην αγωνία επαναδιατύπωσης της προβληματικής του Κίρκεγκωρ για τη λύτρωση. Κοινός τόπος επίσης είναι η καταγγελία της υποκριτικής αλαζονείας της διανόησης, όπως υποστασιοποιείται στη σχέση της Τζο με τον Σέλιγκμαν (Τρίερ) ή στην εκπληκτική σκηνή της ανάπαυσης του οδηγού του Στάλκερ (Ταρκόφσκι), όπου εκείνος, απλός οδηγός των καθηγητάδων στην Απαγορευμένη Ζώνη, μονολογεί για το πόσο αδαείς είναι όσοι νομίζουν πως τα ξέρουν όλα, καθώς το πλάνο «ανοίγει» αποκαλύπτοντας σωρούς βιβλίων στο λιτό κατά τα άλλα κατάλυμά του. Ωστόσο στο έργο του Τρίερ ο ήρωας είναι ηρωίδα και η λύση δεν δίνεται υπερβατικά αλλά μέσα στον πραγματικό κόσμο των ανθρωπίνων, μέσα από την απόφαση, τη δύναμη της θέλησης για την υπέρβασή του, δείχνοντας έτσι την αντιδιαστολή της νιτσεϊκής ματιάς του Τρίερ με εκείνη του βαθιά θρησκευόμενου και άλλο τόσο βαθιά Σοβιετικού Ταρκόφσκι. Κι ακόμα το δέντρο της ψυχής παρουσιάζεται ανεμοδαρμένο, στην κορυφή ενός απόκρημνου βράχου και όχι στο μέσο της σιβηρικής στέπας, υπογραμμίζοντας και πάλι το βαθύ ενοχικό φορτίο της σκανδιναβικής παράδοσης. Πράγμα που φυσικά αναδεικνύει και τις ανυπόκριτες επιρροές από το έργο του Μπέργκμαν που είναι διάσπαρτες τεχνικά και πραγματολογικά στην ταινία όπως π.χ. η πραγμάτευση της ενοχής από τους Κοινωνούντες ή η διαλογική και διαφυλική συνομιλία ως μορφή από τις Σκηνές από ένα γάμο.

Ταυτοχρόνως το Μέρος Β΄ της ταινίας συνεχίζει το παιχνίδι με το κοινό που εγκαινίασε το πρώτο μέρος: ένθετοι αριθμοί στο πλάνο, αστεία γκανγκ μέσα στη μέση μιας μυσταγωγικής αφήγησης, εφαπτομενικώς συναφή πλάνα από ντοκιμαντέρ όπως π.χ. οι πάπιες στο τέλος της μαζοχιστικής σκηνής του fisting, εμβόλιμα θέματα της τρέχουσας κοινωνικής συζήτησης που «περνάνε» μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό του φιλμ. Ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα τέτοια στοιχεία είναι η παρέμβαση του Τρίερ στη συζήτηση περί ρατσισμού, αλλά και ευρύτερα στη ρητορική της identity theory, μέσα από την πραγμάτευση της σκηνής των δυο μαύρων που τσακώνονται για το σώμα της Τζο, όπου σε λιγότερο από μισό λεπτό ταινίας αναδεικνύει την εγγενή αντίφαση της τελευταίας θεωρητικής κατασκευής (αν κάθε ταυτότητα είναι δόκιμη, τότε η σύγκρουση μεταξύ τους είναι αναπόφευκτη: αυτά συμβαίνουν όταν κανείς δεν αντιλαμβάνεται τη συγκρότηση του υποκειμένου ως επαναστατική πράξη), αλλά και τη βαθιά υποκριτική περί τούτου δήθεν εξισωτική ρητορική της εξουσίας. Επίσης, ανασκευάζει τις μάλλον επιπόλαιες κατηγορίες απέναντί του για «μισογυνισμό» με μία και μόνο κίνηση, με την πρόκληση της Τζο προς τον Σέλιγκμαν να ξανασκεφτεί την ιστορία της αλλάζοντας απλώς το φύλο του πρωταγωνιστή της: με ένα φλας μπακ σε γρήγορη ταχύτητα ο Δανός επιβεβαιώνει άλλη μια φορά την κλάση του δείχνοντας στο θεατή πως σε μια τέτοια αναστροφή τα στερεότυπα της πατριαρχικής κοινωνίας θα έκαναν την αφήγηση σχεδόν κοινωνικά τετριμμένη, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα πόσο οργανικά αντίπαλη στα όρια του καταγγελτικού είναι η συγκεκριμένη ταινία απέναντι στον ανδρικό σοβινισμό.

Όπως κάθε εξέγερση, όμως, έτσι κι εκείνη της Τζο εκτίθεται στον κίνδυνο να δεχθεί τόση βία που να διακυβευτεί η διατήρησή της. Και μάλιστα το βαρύτερο πλήγμα το δέχεται «εκ των ένδον», από εκείνη που είχε σαν κόρη της, και η οποία θα την παραδώσει στη φονική βία προκειμένου να πάρει τη θέση της. Η πρωταγωνίστρια του Τρίερ μοιάζει ωστόσο να γνωρίζει καλά το δίδαγμα του άσματος: “there is always someone younger, someone with more hunger, don’t let them take the fire out of you”. Μόνο που είναι σε εκείνη τη στιγμή υπέρτατης ευαλωτότητας που η Τζο συναπαντιέται με τον Σέλιγκμαν, με τη συνάρθρωση του ρασιοναλισμού με τον ορθολογισμό. Και μοιάζει τόσο καλός, τόσο φροντιστικός, τόσο ήρεμος… Σε τέτοιο βαθμό που η Τζο θα περάσει τον δικό της «τελευταίο πειρασμό» διερωτώμενη μήπως απέκτησε ανέλπιστα ένα φίλο για πρώτη της φορά. Εκεί όμως που η ταινία πάει να «κλείσει» με το θρίαμβο του ορθολογισμού, της ανεκτικότητας και του διαλόγου, όλα τα τελευταία, ενανθρωπισμένα στο πρόσωπο του Σέλιγκμαν, δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο: παρότι δηλώνουν άφυλα, ασεξουαλικά και ευλαβικά συντεταγμένα στο σεβασμό του Άλλου, τρυπώνουν στη στιγμή της ύστατης αδυναμίας της Τζο με πρόδηλες διαθέσεις. «Έλα, τώρα, με τόσους έχεις πάει» λέει ο Σέλιγκμαν, ενώ στο μυαλό του θεατή η ατάκα του μοιάζει βγαλμένη από την καθημερινότητα, συνήθως όμως εκφερόμενη υπόρρητα π.χ. όταν οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κάνουν ανθρωπιστικές επεμβάσεις σε κάποιο μακρινό μέρος του πλανήτη με την αντήχηση των παλαιότερων απολογιών των ιεροκηρύκων για τις αποτρόπαιες φρικαλεότητες των κονκισταδόρων. Ας μη γελιόμαστε όμως: ο βιασμός αυτός είναι ο δεύτερος που ο Σέλιγκμαν αποπειράται, μετά τον πρώτο, τον διά του Λόγου, ο οποίος διαρκεί ολόκληρη την ταινία μέχρι του σημείου όπου τα πράγματα «περνάνε στην πράξη». Και είναι η υποκρισία του ανθρωπισμού (ή καλύτερα του Ανθρωπισμού) που κάνει την Τζο να ξεπεράσει την ταλάντευση της κούρασης μιας ζωής μέσα στη φωτιά της μάχης: «Την κρίσιμη στιγμή, οι αγωνιστές νιώθουν την πιο μεγάλη κούραση […] όμως, έτσι κι αλλιώς, αν πάψεις να παλεύεις, θα πεθάνεις», όπως γράφει και ο Μπρεχτ. Κάτι που με τη σειρά του ηχεί ως προειδοποίηση του σκηνοθέτη για την αναπόδραστη εξωγενή αναζωπύρωση των συγκρούσεων ακόμα σε εκείνους που θα ευχόντουσαν να τις αποφύγουν. Ή αλλιώς, όπως είχε αναπαραστήσει την εποχή της πτώσης του Τείχους και του τέλους των ιδεολογιών ο Ιταλός καρτουνίστας Αλτάν, βάζοντας δυο βιομηχανικούς εργάτες να συζητούν: «Άκουσα πως η πάλη των τάξεων τελείωσε» λέει ο ένας. Και ο άλλος απαντά «Τότε να το πούμε και στο αφεντικό, να πάψει να παλεύει μόνος του σα μαλάκας». Ο δε κομβικός χαρακτήρας του κοινωνικού πεδίου, δηλαδή του Λόγου και του δια-λόγου με τους άλλους ως κατ’ εξοχήν δυνάμει ανασταλτικού παράγοντα που μπορεί να ακυρώσει τη διεργασία αυτοπραγμάτωσης, είναι γνωστός και έχει απεικονιστεί κινηματογραφικά τόσο γλαφυρά στο Άλογο του Τορίνο του Μπέλα Τάρ – αλλά και στην ίδια την προσωπική ιστορία του Νίτσε την οποία η ταινία αφηγείται. Η Τζο του Τρίερ όμως, αντιλαμβανόμενη πως ήρθε η ώρα της ολοκλήρωσης της μεταμόρφωσής της, της εξέγερσης και της έγερσής ως υποκειμένου, σηκώνει το περίστροφο και χωρίς να διστάσει σκοτώνει το συνομιλητή της, πιστή στα νάματα της νιτσεϊκής διδασκαλίας πως, για να ανοίξει ο δρόμος για τον Υπεράνθρωπο, είναι απαραίτητο να σκοτώσει πρώτα τον Άνθρωπο. Ο μακαρίτης ο Τζο Σράμμερ των Clash μπορεί να συνεχίσει να τραγουδά “you can crash us, you can bruise us, but you have to answer to, oh, oh… the guns of Brixton”

Από μια σκοπιά, λοιπόν, η ταινία του Τρίερ, ιδωμένη ως σύνολο και στα δυο της μέρη, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ιδιοφυή αναπαράσταση της νιτσεϊκής εκδοχής για τη διαλεκτική. Από τη μια η καμήλα, φορτωμένη με τη γνώση όλου του κόσμου. Από την άλλη το λιοντάρι της ερήμου, οπλισμένο με την υπέρτατη ζωική δύναμη. Τέλος, το παιδί που θα πει επιτέλους το ευλογημένο «ναι». Αυτό το παιδί είναι που αναμένεται με το κλείσιμο του κύκλου και των δυο ταινιών. Μόνο που ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης μάς προειδοποιεί πως η διαδοχή των φάσεων δεν μπορεί να είναι αναίμακτη, ειρηνική: ο φόνος των προηγουμένων αποτελεί προϋπόθεση για την έλευση της δημιουργικής θετικότητας του καινούργιου, ενός νέου απαλλαγμένου από κάθε αμαρτία του παλαιού.


Γιώργος Νικολαϊδης
RED
Notebook
28 Απριλίου 2014 - 5:03 pm | Γιώργος Νικολαϊδης
 
Σχόλια
Μπορείτε να αναφέρετε υβριστικά σχόλια ή εκτός των όρων χρήσης με το αντίστοιχο κουμπί στο πάνω δεξί μέρος κάθε σχολίου. Η άσκοπη χρήση της δυνατότητας μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό σας από το σχολιασμό
Σχόλιο από: dmpa12p

Δεν θέλω να είμαι εξυπνάκιας αλλά δεν τραγουδάει ο Joe Strummer στο εν λόγω τραγούδι των Clash αλλά ο μπασίστας Paul Simonon. O Strummer φυσικά είναι ο τραγουδιστής της συντριπτικής πλειοψηφίας των τραγουδιών. Οταν βλέπει κανείς αυτόν τον άνθρωπο στο youtube , πιστεύει ότι υπάρχει ελπίδα για την ανθρωπότητα.
Σχόλιο από: Θαυμάστρια

Σταμάτησα να διαβάζω το άρθρο στην παράγραφο όπου ο Trier αναφέρεται ως Προτεστάντης, ενώ το ξέρουν και οι πέτρες ότι μεγάλωσε Καθολικός και υπάρχουν πολλλές συνεντεύξεις του δια του λόγου το αληθές. Έλεος πια με τις εύκολες, επιφανειακές και φλύαρες κριτικές.
Σχόλιο από: Θ

Λέει προτεσταντική επιταγή και παρακαταθήκη, λόγω της σκανδιναβικής επιρροής. Επίσης ο Τρίερ βαπτίστηκε καθολικός (και δεν μεγάλωσε ως τέτοιος παρά την αντίθετη μαρτυρία από τις πέτρες)την ίδια εποχή που έγινε η βάπτιση της κόρης του.
Επιπλέον τι εννοείς, εύκολες, επιφανειακές και φλύαρες κριτικές; Αυτοκριτική κάνεις;
 
 
Εισαγωγή σχολίου
Τα σχόλια που αποστέλλονται ενδέχεται να μην περάσουν αρχικά από διαδικασία έγκρισης. Διαβάστε προσεκτικά τους όρους χρήσης. Χρησιμοποιήστε την διαδικασία αναφοράς όποτε χρειάζεται.
Όνομα:
Email (δεν δημοσιεύεται):
URL:
Σχόλιο:
ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ:<b></b>, <i></i> - ΓΙΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΤΕ ΤΟ ENTER
 
Πόσο κάνει πέντε και δύο;
Βοηθήστε μας να αποφύγουμε τα spam μηνύματα απαντώντας στην απλή ερώτηση που βλέπετε παραπάνω.
Εαν θέλετε να χρησιμοποιήσετε avatar εγγραφείτε δωρεάν στο gravatar.com. Η συμμετοχή σας πρέπει να γίνεται πάντα σύμφωνα με τους όρους χρήσης. Σχετικό link στο κάτω μέρος της σελίδας.
     
Σχετικά
 
«Απόλαυσε!». Για το «Nymphomaniac», του Λαρς Φον Τρίερ
Γιώργος Νικολαϊδης
18/02/2014
«Χωρίς άλλο υπάρχει αυτό που δεν λέγεται με λόγια. /Αυτό δείχνεται, είναι το μυστικό στοιχείο»
 
 
Η Βραδύτατη Εναλλαγή του Είναι μας
Βαγγέλης Ζούγλος
14/03/2012
Mία ανάγνωση της Αθήνας από το Dogville έως το Melancholia
 
 
Eικαστικά ενδιαφέρον, αλλά ανιαρό το τέλος του κόσμου
Αλίκη Κοσυφολόγου
12/09/2011
Η πρόδηλη εμμονή του Τρίερ να δημιουργήσει νέα ευρωπαϊκή σχολή του «σινεμά των δημιουργών», αν και θεμιτή, εγκλωβίζει και τελικά εξαντλεί την οξυδερκή οπτική του στην ίδια τη «μεγαλοσύνη» των καλλιτεχνικών του στόχων
 
 
Εργαλεία
       
 
 
 
     
  24 Μαΐου 2014 - 3:22 pm  
  Γιατί ο Καμίνης δεν είναι ο αθηναίος Μπουτάρης
Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου
 
     
  Προς στιγμή, σε κάποια σημεία, ο Γιώργος Καμίνης και ο Γιάννης Μπουτάρης ομοιάζουν, κυρίως στην προτεραιότητα του ελεύθερου επιχειρείν και στην αντιπάθεια προς το συναθροίζεσθαι. Πρόκειται, ωστόσο, για δύο ασυμπτωτικές τετραετίες, από τις οποίες προκύπτουν δύο πολύ διαφορετικές πόλεις
     
 
  20 Μαΐου 2014 - 1:16 pm  
  Αλέξης Μπένος: Τα κινήματα βασικό στοιχείο της πολιτικής μας
Συνέντευξη στον Αδάμο Ζαχαριάδη
 
     
  Η κριτική στην ψήφο ανάθεσης είναι συνυφασμένη με την ίδια την ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί σύνθεση κινημάτων και έφτασε στη σημερινή δύναμή του με βάση την κινηματική του δράση και όχι την πειθώ μαυρογιαλούρικου τύπου «ψηφίστε μας και θα καθαρίσουμε εμείς για όλα σας τα προβλήματα».
     
 
  22 Μαΐου 2014 - 10:14 am  
  Η Κεντροαριστερά και το βιοπολιτικό διοικητικό κράτος
Δημήτρης Μπελαντής
 
     
  Μια σοβαρή διάσταση του πρώτου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών αποτέλεσε η αρκετά έως πολύ καλή επίδοση της Κεντροαριστεράς (Ελιά, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι κλπ) και ιδιαίτερα της Ελιάς στους μεγάλους δήμους (Καμίνης, Μπουτάρης), αλλά και σε πολλές από τις περιφέρειες (οι εκπρόσωποι της Κεντροαριστεράς μετέχουν στον δεύτερο γύρο σε 7 από τις 12 περιφέρειες έναντι 5 του ΣΥΡΙΖΑ)
     
 
  21 Μαΐου 2014 - 3:42 pm  
  Υγεία και πνευματικά δικαιώματα
Παναγιώτης Κουρουμπλής
 
     
  Η αδυναμία πρόσβασης μεγάλης μερίδας του πληθυσμού σε αναγκαία φάρμακα είναι από τις πιο σημαντικές πτυχές της υγειονομικής κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα. Για το φαινόμενο των ανασφάλιστων καρκινοπαθών που αναγκάζονται να διακόψουν τη θεραπεία τους επειδή δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος της ιδίοις πόροις, η κυβέρνηση φέρει βαρύτατη ευθύνη, διότι υπάρχουν λύσεις στο πρόβλημα της πρόσβασης σε φθηνά φάρμακα ακόμα και εντός του μνημονιακού πλαισίου.
     
 
 
   
Footer
 
         
 
Λέξεις-κλειδιά
 
εκλογές × ΣΥΡΙΖΑ × Arno Minkkinen Biennale CGIL Corpus Christi Dow Jones Newswires dubstep John Parish performance Pussy Riot RootlessRoot Αδέσμευτη Γνώμη Αθήνα αντιρατσιστικό συλλαλητήριο Αριστερά άστεγοι αυτονομία ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ δημοσιονομικός πολλαπλασιαστή Έβρος ΕΚΤ Ευρώπη θάλασσα Ιντιφάντα κάλαντα Καλλικράτης Κάσσελ ΚΕΝΤΡΟ Κινηματογράφος Κόκκινο Κρίση Κύπρος Μαρία Κανελλοπούλου ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ μήκους Νιαουνάκης Παπαδάτος ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΣΥΡΙΖΑ τι σου ζητάνε; Τρόικα χρέος Ψαριανός Ψημίτης 1 ευρώ 11 Μάη 12 Φεβρουαρίου 13% 14 Νοεμβρίου 15χρονη 17 17 Νοέμβρη 17Ν 19/7/2012 19ος αιώνας 2 νεκροί στο Μανχατταν 20 Οκτωβρίου 20ος 22 πράγματα 24ωρη 25ευρο 25η 25η Μαρτίου 26 272 μέρες απεργίας 28η 28η Οκτωβρίου 2ρουφ 300 3000 ευρώ 34 νεκροί στην Αφρική 3E 40 χρόνια 48ωρη 4η Αυγούστου 4η Διεθνής 6 αντιρατσιστική γιορτή 6 Δεκεμβρίου 6 μέρες 6 τρις 6ο 6ο διαμέρισμα 8 Μάρτη 80s 8η Μάρτη 99%
  Αρχείο:
Πλήρες αρχείο θεμάτων

Επικοινωνία:
info@rednotebook.gr
 
         
 
  Powered by Byte² | Bitsnbytes.gr